για την Λαμία και την περιοχή της Φθιώτιδας
Καλώς ήρθες ! Login
Πρωτότυπο Θέμα
Φόρουμ Διάφορα 
Θέμα Ποιητικό Ανθολόγιο Νο1 
Συγγραφέας Στέφανος Σταμέλλος 
Ημερ. καταχώρησης 6/5/2005 9:03:34 μμ 
Κείμενο Τα ποιήματα που ακολουθούν είναι επιλογές από διάφορες συλλογές επώνυμων γνωστών και άγνωστων ποιητών. Ας με συγχωρήσουν όσοι νομίζουν, ότι δεν τους ρώτησα. Αλλά η ποίηση είναι για να διαβάζεται

΄΄ Ο ποιητής κάνει τον εαυτό του οραματιστή μέσα από μια μακριά, απεριόριστη και συστηματική αποδιοργάνωση όλων των αισθήσεων. Όλες οι μορφές έρωτα, πόνου, τρέλας. Διερευνά τον εαυτό του, εξαντλεί μέσα του όλα τα δηλητήρια και διατηρεί την πεμπτουσία τους. Δοκιμασία ακατανόμαστη, όπου θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη πίστη, την υπεράνθρωπη δύναμη, όπου θα γίνει αυτός μέσα απ’όλους, ο μέγας σακάτης, ο μέγας αφορισμένος και ο υπέρτατος επιστήμων. Γιατί φτάνει το ΑΓΝΩΣΤΟ! ‘Ετσι λοιπόν, τι κι αν καταστραφεί στην εκστατική πτήση του μέσα από πράγματα πρωτάκουστα, ακατανόμαστα; ΄΄
ΡΕΜΠΩ

Γιώργος Παυλόπουλος
Τι είναι ποίηση...
(αντιγραφή από το http://www.e-missos.gr )


"Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε".

Παραλλάζοντας αυτή τη σημείωση του Πωλ Βαλερύ, η οποία παραπέμπει αμέσως στον Ποιητή και στην Ποίηση, θα λέγαμε: "Αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, δεν θα έγραφε".

Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της.

Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της.

Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. 'Οπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους.

Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; 'Η μήπως πράξη απόγνωσης; 'Η μήπως και τα δύο; Πράξη ερωτική και συνάμα π ράξη απόγνωσης.

Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ιδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολλές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σα να κοίταζαν σ' έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό.
Σταχυολογώ πρόχειρα:

Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου
Στήβενς

Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.
Μίλτον

Η ποίηση μας δημιουργεί την εντύπωση, όχι πως ανακαλύψαμε κάτι καινούργιο, αλλά πως θυμηθήκαμε κάτι που είχαμε ξεχάσει.
Μπράντλεϋ

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Καρυωτάκης

Η ποίηση είναι ένας φασιανός που χάνεται στους θάμνους
Στήβενς

Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
Σεφέρης

Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.
Ζεζλάβ Μίλοζ

Η ποίηση είναι έκφραση, αν ένας στίχος είναι έκφραση, αν καθένα από τα μέρη που απαρτίζουν ένα στίχο, κάθε μία λέξη, είναι εκφραστικά μόνα τους.
Κρότσε

Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.
Αναγνωστάκης

Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.
Μπόρχες

Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
Εμπειρίκος

Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.
Μπλουμ

'Οταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.
Μπόρχες

Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.
Πλάτων

Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.
Έλιοτ

Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.
Πάουντ

Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.
Κόλεριτζ ή Ντε Κουίνσυ

Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν "ολόκληρη την ποίηση" στον Όμηρο.
Πάουντ

Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα.
Σεφέρης

Οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει.
Σέλλεϋ

Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές: Φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε πως τα κρύβαμε μέσα μας και τρομάζουμε σα να είχε ξεπηδήσει μια τίγρης και στεκόταν μπροστά μας στο φως τινάζοντας την ουρά της.
Σέσλαβ Μίλοζ

Όλη η ποίηση είναι ποίηση πειραματική.
Στήβενς

Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.
Πλάτωνας

"Διο ευφυούς η ποιητική εστιν ή μανικού. Τούτων γαρ οι μεν εύπλαστοι οι δε εκστατικοί εισίν".
(Η τέχνη της ποίησης είναι έργο του προικισμένου μάλλον παρά του μανικού καλλιτέχνη, γιατί ο πρώτος είναι ο επιδέξιο μιμητής, ενώ ο δεύτερος κατέχεται από ενθουσιασμό και του λείπει η ψυχική ηρεμία).
Αριστοτέλης

Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μια φράση του Πεσόα:

Ο άνεμος φυσάει
έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος
ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ

Ανέφερα τον Πεσόα, αλλά δεν σας αποκάλυψα τα ονόματα εκείνων που έγραψαν αυτούς τους στοχασμούς για την Ποίηση. Καλύτερα έτσι.'Ισως αυτός ο τρόπος μας φέρνει πιο κοντά σε Κείνον που αποσβύνοντας ολοένα το πρόσωπό του μέσα στο έργο του, γίνεται ο άλλος, γίνεται οι άλλοι, γίνεται ο Κανένας. Θέλω να πω μας φέρνει πιο κοντά στον Ποιητή και στο Ποίημα.
Και τι είναι τελικά το Ποίημα; 'Ισως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόντια του ο Ποιητής για να μπει στη βάρκα του Θανάτου. Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή.
Έχω γράψει τούτο το χαϊ-κου:

'Ολοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ' ένα ποίημα

Αλλά και όλη η μνήμη του κόσμου χωράει μέσα στην Ποίηση. 'Η τουλάχιστον αυτή τη μαγική εντύπωση μας δίνει η τέχνη της Ποίησης. Πως όσα έχουν χαθεί και κείνα που θα έρθουν και θα περάσουν και θα χαθούν θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση.
Θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση "όσα κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται" όπως θα έλεγε ο Αλεξανδρινός.

«Η ποίηση δεν ανήκει σ’ αυτούς που τη γράφουν αλλά σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη» Πάμπλο Νερούντα

«Αφού δεν είπες τίποτα κύριε ποιητή, γιατί ενόχλησες τις λέξεις;» Κώστας Μόντης

«Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα» Γιώργος Σεφέρης

«Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται. Οι ώριμοι ποιητές κλέβουν» Τ Σ Έλιοτ

«Η χειρότερη μοίρα για έναν ποιητή είναι να τον θαυμάζουν χωρίς να τον καταλαβαίνουν» Ζαν Κοκτό

«Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας» Μανόλης Αναγνωστάκης

«Η ποίηση δεν έχει καθόλου χρήμα, αλλά και το χρήμα δεν έχει καθόλου ποίηση» Ρόμπερτς Γκρέιβς

"Αν δεν μπορείς να είσαι ποιητής, γίνε το ποίημα" Ντέιβιντ Καραντάιν




Οδυσσέας Ελύτης

ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ


Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνε σιγά σιγά
Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ώ σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Aχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές, ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ’ όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες
Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές
Ανάμεσ' από των γιαλών τα καλωσόρισες
Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο
Aπλωσε μια πρασιά στοργής
Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν' ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος
Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα
Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη
Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.


ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

ΣΤΕΑΡ


"Η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε
Κατά την ερμηνεία που της δίνουμε
Κάθε φορά που επιτυγχάνουμε στα ζάρια

Και ιδού που επιτυγχάνουμε και πάλι
Αφού τα ζάρια πέσαν στην κοιλιά μιας γυναικός
Μιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης
Κατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο

Αυτή η γυναίκα καθώς λεν οι θρύλοι
Είχε το θάρρος να περάσει μοναχή της
Γυμνή με στέαρ των κολυμβητών στο σώμα
Μια θάλασσα πλατιά και φουσκωμένη
Από τους στεναγμούς του γλυκασμού πολλών αγγέλων"



(των νεανικών μου χρόνων)
Η ΖΩΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


""Η ζωή συνεχίζεται...
Πέρα απ' τις σταγόνες της βροχής
τους ωκεανούς της λύπης
πέρα απ΄ τις αχτίδες της ελπίδας
τα σύννεφα της απόγνωσης
και την ασυνέπεια

Η ζωή συνεχίζεται....
Θάλασσα η ευτυχία
ήλιος η δημιουργία
κι ένας κόσμος γεννιέται
ένας κόσμος πεθαίνει
κάθε στιγμή...

Φαντασία και δημιουργία
χαρά και ευτυχία
θύμηση και νοσταλγία
- ανάκατα αισθήματα-
ώ του κόσμου μεγαλεία!""

"Μου περισσεύει λίγη δύναμη
λίγο κουράγιο
Αν μου τα ζητήσεις, θα τα έχεις
Αν κουραστείς
στη σκέψη σου ψάξε να με βρείς
και ξεκουράσου"

από το "ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΪΤΟ" του Κώστα Κρυστάλλη

Μπεζέριασα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.
Θέλω τ' αψήλου ν' ανεβώ, ν' αράξω θέλω, αϊτέ μου,
μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
θέλω ν' αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα......

Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά, παλιές γλυκές μου αγάπες,
να μου προσφέρουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους,
θέλω του λόγκου τα πουλιά με τον κελαηδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ξυπνούν το τάχυ,
και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου
το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμό τα χιόνια.
Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνου να πλαγιάζω
ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι. ...


"Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ" του Οδυσσέα Ελύτη

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθυούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού ' λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
΄Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους και τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου αστερίας

Aκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΡΟΥΜΕΛΗ


Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
Ψηλά που με νανούριζες καημένα Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλλένια σφυριχτά, σε λόγκους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια....


ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
"ΜΑΡΑΜΠΟΥ"


Λένε για μένα οι ναυτικοί, που εζήσαμε μαζί,
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα μίσος ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω

Ακόμα λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθειά στιγματισμένο.

Ακόμα λένε πράγματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό, που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές,
κανείς δεν τόμαθε, γιατί δεν τόπα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτεινή, κρυφή πληγή μου εγίνη.
..................................................................

Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία
Τότε τη γνώρισα. Σαν άνθος έμοιαζε Αλπικό,
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου, οπούχε αυτοκτονήσει,
με τη μαμά της έφευγε για χώρες μακρινές,
μήπως σε αυτές το θλιβερό της πένθος λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Aβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελλε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκυττούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Έναν μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι,
κ' ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θάφευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια στην πλώρη μας μικρή της κάρτα, ήταν για με,
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Aμμου.

Νομίζω πως θάπρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
Είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
Και κατά τα μεσάνυχτα τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξε απότομα, γελώντας, το καπέλο,
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάκτυλά μου καθαρά μετρααν τα κόκκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της»

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σα νάχα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κ’ είδα μια εμένα να κυττά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου… Μα εκραύγασα κι εγώ
έναν σταυρό επάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελλό,
σαν τον τρελλό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάναμε μαζί,
Πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει.
Πως είμαι παληοτόμαρο κα πως τραβώ κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός.. Ξεχάστηκα πολύ,
ένα μονήρες Μαραμπού στην όχθη να κυττάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κυττά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω..




ΤΣΕΣΛΑΦ ΜΙΛΟΣ
Ομολογία


Κύριε, αγαπούσα τη μαρμελάδα φράουλα
και τη σκοτεινή γλύκα του γυναικείου κορμιού.
Επίσης την παγωμένη βότκα,
τη ρέγκα στο λάδι,
το άρωμα της κανέλας
και του γαρύφαλλου.
Λοιπόν τι σόι προφήτης είμαι;
Γιατί διάλεξε το πνεύμα
να επισκεφθεί έναν τέτοιο άνθρωπο;

Κάλεσε πολλούς άλλους,
Δίκαια, ήταν άξιοι
Εμένα ποιοι να μ’ εμπιστευθούν;
Αφού έβλεπαν πώς άδειαζα τα ποτήρια,
έπεφτα με τα μούτρα στο φαί,
Κοίταζα λαίμαργα το λαιμό της σερβιτόρας.
Έσφαλα και το γνώριζα.
Ποθούσα τα μεγαλεία,
ξέροντας να τα διακρίνω
όπου κι αν βρίσκονταν.
Όμως σε κάποιες στιγμές ενόρασης,
σπάνιες έστω,
έβλεπα τι απομένει σε ανθρώπους ασήμαντους
σαν κι εμένα
Μια γιορτή φευγαλέων ελπίδων,
ένα συλλαλητήριο φαντασμένων,
ένας αγώνας ραχιτικών
- η λογοτεχνία

(Μετάφραση ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΝΙΑΝΟΣ)


ΓΙΑΤΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
(των νεανικών μου χρόνων)


Να γιατί πεθαίνουν οι άνθρωποι,
σαν από έκπληξη…
Περιστέρια στα ηλεκτροφόρα σύρματα

Για το χατίρι της αδυναμίας
και της ανίας…
Για την ομορφιά της ειρήνης
κι εκείνης…
Για τον θάνατο και το αθάνατο.

Αλλάζοντας θέση συνέχεια
ανάμεσα στη σκιά τους και τον εαυτό τους
κυνηγούν τη φυσική συνέπεια

Ανάμεσα στις παπαρούνες και τις φλέβες,
ανάμεσα στα περιστέρια, τα λευκά σεντόνια
και τις αθώες ψυχές

Μια καλή όψη προσπάθειας
ηλιακής και ανθρώπινης συνέργιας


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΑΙΜΑΤΑ


ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ αίματα με πορφύρωσαν
Και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στην νιοτιά
των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο

Στ' ανοιχτά του πελάγου με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να 'χα κι εγώ
μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο
Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια στιγμή
να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο

Κι από τότε γύρισαν καταπάνω μου
Των αιώνων άργητες ξεφωνίζοντας
«Ο πού σ' είδε, στο αίμα ζει
και στην πέτρα»
Μακρινή Μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο

Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα με φως
ξεπληρώνω
Μακρινή Μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο



Νίκος Καββαδίας:
Federico Garcia Lorca
Από τη συλλογή "Πούσι" (Aγρα, 1989)

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ' αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο - πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλλει.

Κάτου απ' τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κ' ίσα έν' αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ' απ' τα διψασμένα της χωράφια τ' ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν' ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.



Σεφέρης [Σεφεριάδης] Γιώργος

O γυρισμός του ξενιτεμένου


― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα


ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μιά γωνιά πού δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ΄ένα Βούδα κίτρινο πού σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ώς τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μιά χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι κούληδες με τη βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που έμαθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες , με τη μορφή τη βασανιστική ,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή "Πάτερ ημών..."
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.



Μενέλαος Λουντέμης
Ερωτικό κάλεσμα


Έλα κοντά μου, δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι, δεν είμαι η φωτιά.
Έλα κοντά μου δεν είμαι άνεμος.
Τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος.
Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν' ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις, έλα να τ' ακούσουμε μαζί.

Από τη συλλογή "Τα αντικλείδια", εκδ. Στιγμή
Μενέλαος Λουντέμης


Κώστας Ουράνης
Πικραμένος αναχωρητής


Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι
να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα
του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,
ν' απλώσω εκεί την πίκρα μου, να λυώσει όπως το χιόνι.
Μήν πιάνεσαι απ' τους ώμους μου και στριφογυρίζεις
άνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αυγερινέ μου!
Φέξε το ποροφάραγκο! Βοήθα ν' ανηφορήσω!
Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!
Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες!
Κι ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο!
Μη με ρωτάς καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!
Ρίχτε στο δρόμο συννεφιά να μη γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα,
ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου. Κι αποφάσισα,
να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών!


Γράμμα στον άνθρωπο
της πατρίδας μου


Μην με μαρτυρήσεις!
Και προπαντός να μην του πεις πως μ' εγκατέλειψεν η ελπίδα!
Καθώς κοιτάς τον Ταϋγετο, σημείωσε τα φαράγγια
που πέρασα. Και τις κορφές που πάτησα. Και τα άστρα
που είδα. Πες τους από μένα, πες τους από τα δακρυά μου,
ότι επιμένω ακόμη πως ο κόσμος
είναι όμορφος!

Κώστας Ουράνης
Ταξίδι στα Κύθηρα


Τ' ωραίο καράβι έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι,
γιορταστικά με γιασεμιά και ρόδα στολισμένο,
με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ' Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,
μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα
σε δέντρα και λούλουδα και γάργαρα νερά
υψώνεται ο μαρμάρινος ναός για τη λατρεία
της Αφροδίτης-του έρωτα τη θριαμβική θεά.
Μα το ταξίδι ήταν μακρύ κ' η χειμωνιά μας βρήκε!...
Οι φανταχτερές κι ανάλαφρες παντιέρες μουσκευτήκαν,
τα χρώματα ξεβάψανε και τ' άνθη εμαραθήκαν
και, κάπου από τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ' αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο


ΜΗΤΣΟΣ ΛΥΓΙΖΟΣ
Το νέο καλοκαίρι


Τριάντα αγοροκόριτσα κάτω απ' τα βλέφαρά μας,
τριάντα αγοροκόριτσα σ' έναν αγρό με στάχυα,
πέταξαν τα φουστάνια τους κι όλος ο κάμπος καίγεται,
πέταξαν τα φουστάνια τους κι ο αγέρας χλιμιντράει !

Τριάντα αγοροκόριτσα βάζουν φωτιά στον ύπνο μας
δίνουν βουτιές στον ύπνο μας και πέφτουνε τα στάχυα
τριάντα αγοροκόριτσα ρίχνουν τον ήλιο ανάσκελα,
σκορπούν τις πέρα συννεφιές με χίλια μπόγια νιάτα !

Σ' εξήντα οργιές, σ' ογδόντα οργιές φωτιά σκορπιέται η γύμνια τους,
σε χίλιες τόσες δρασκελιές σκάει το μεσημέρι,
και μες απ' τα ρουθούνια του ταυριά γιομίζει ο κάμπος !

ΜΗΤΣΟΣ ΛΥΓΙΖΟΣ
Η κοιμισμένη του ποταμού

Κοιμάται εδώ στον ποταμό, κοιμάται ξεχασμένη
κοιμάται, κι ο μικρός βοριάς ζητάει να την ξυπνήσει,
μ' αυτή τον ήλιο χαίρεται βαθιά αποκοιμισμένη.
Μα πώς κοιμάται έτσι βαθιά και δεν ακούει τον άνεμο,
και δεν ακούει τον ξαφνικό μικρό βοριά της όχθης;
Μα πώς κοιμάται έτσι βαθιά - θα την χτυπήσει ο ήλιος !
Ξύπνα, μικρή, θα σε ζητούν, ξύπνα κι αποξεχάστηκες
ξύπνησε, κι ο μικρός βοριάς ζητάει να σε ξεντύσει
ξύπνα, κ εδώ που βρέθηκες ποιον θάχεις να σε ντύσει;
Αχ, το μικρό - μικρό βοριά, παιδεύει το μπλουζάκι της !
Αχ, το μικρό - μικρό βοριά, την όχθη αναστατώνει !
Μα πώς κοιμάται έτσι βαθιά - θα την σηκώσει ο άνεμος,
που όλο αναρπάει τη φούστα της κι όλο την ξεγυμνώνει !
Μα πώς κοιμάται έτσι βαθιά - θα την απογυμνώσει !
Ξύπνα, μικρή του ποταμού, ξύπνησε και σκεπάσου
ξύπνα και πάει δώδεκα, και πάει το μεσημέρι.
Ξύπνα, δεν πρέπει να σε ιδούν, να ιδούν τον αφαλό σου.
Πλάι της κύλαε βουβό τ' αδιάφορο ποτάμι
και μόνο κάτω απ' το μαστό μια τρύπα από μαχαίρι
την είχε αφήσει τόσο αργά στην όχθη να κοιμάται.


Μελοποιημένα ποιήματα του Νίκου Καββαδία
από το Θάνο Μικρούτσικο


1. kuro siwo (Πούσι)

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄ το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

2. Θεσσαλονίκη (Πούσι)

Ήτανε κείνη η νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ' έστειλε ο πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι οι Χιλιάνοι
-Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή.-
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανόλια
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί :

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη'
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες "σ' αγαπώ".
Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

3. Σταυρός του Νότου (Πούσι)

Έβραζε το κύμα του γαρμπή.
Είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ΄ άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δεν λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς κάθε πικρό.

Το Αλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλιονώριο πήρα κάτου.
Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου :
"Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά".

Αλλοτε απ΄ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δυο σελίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.

4. Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (Μαραμπού)

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην καμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρει,
κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.

Μου 'λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
και στο Αντεν πως, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν
όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μου 'λέγ' ακόμα ότ' είδ' αυτός, μια νύχτα που 'χε πιει,
πως πάνω σ' άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
- Σαν πάμε στο Αντεν, μου 'λεγε, και συ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες το τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,
για να φυλάξει εμένανε από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μιαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μια μέρα τον αφήσαμε στυγνό απ' τον πυρετό,
πέρα στην Απω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ,
και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη.


Από τον Φασουλή φιλόσοφο
του Γ. Σουρή


Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ . .
τί άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Αν κι ήτο Βασιλέως Κραταιοτάτου θρέμμα
εμούντζωσε τον θρόνον, εμούντζωσε το στέμμα,
και τα βουνά επήρε με ιεράν μανίαν
κι εδίδασκε τον κόσμον αγάπnν αιωνίαν.
Κι εμόναζε ρεμβάζων αυτός ο Ηγεμών
πότε παρά τον Γαγγην η άλλον ποταμόν,
και πότε εις χειμάρρους κι υπό σκιάν συκής,
ακούων αρμονίας αγνώστου μουσικής,
κι εφούντωναν ως δάσος τα μαύρα του μαλλιά
κι εφώλιαζαν απάνω λογής λογής πουλιά.
Τροφή του ήσαν μόνη τα χόρτα κι αι οπώραι
και προς τα ύψη στρέφων καθ' εαυτον ελάλει,
κι εφάνησαν εμπρός του της Hδονής αι κόραι,
παγίδας να του στήσουν με τα γυμνά των κάλλη,
και των σαρκών το σφρίγος πολύ τον εσκανδάλιζε
κι εκείνη τον εφίλει κι αύτή τον εγαργάλιζε.
Ομως ο μέγας Βούδδας, κατανικών τα πάθη,
στους δόλους της μαγείας ατρόμητος εστάθη,
και πριν στον δόλον φθάσουν της Ηδονής τον έννατον
και είδαν πως εκείνος δεν χάνει τα πασχάλια του,
μ' αφρούς θυμού και λύσσης επήραν τα βρεμμένα των
και άφησαν τον Βούδδα να κάθεται στα χάλια του.
Εγώ αυτόν τον Βούδδα τον εκτιμώ πολύ . .
τί άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!
Ν' ανθέ' εις τόσα κάλλη την ράχη να γυρίση;
να μη του φέρη ρίγος και της σαρκός το χνούδι; . . .
δόξα πολλή στον Βούδδα, μα να με συγχωρήση
αν του ειπώ με σέβας πως είναι λίγο βούδι.
Κι εμπρός μου είχαν έλθει μια φορά
γυναίκες πονηραί να με τρελλάνουν,
που ήσαν σαν τα κρύα τα νερά,
και άρχισαν τα μάγια να μου κάνουν.
Εστάθησαν ολόρθαις εμπροστά μου
κι εσκόρπιζαν αρώματα και μύρα,
κι επέμεινα κι εγώ με τα σωστά μου
να δείξω σαν τον Βούδδα χαρακτήρα.
Μα μόλις είδα κάποιας λίγο πόδι
κι η άλλη τόνα χέρι ξεμανίκωσε,
ο Βούδδας μου εφάνη τότε βώδι
κι ο διάβολος μ' επήρε και με σήκωσε.
Κι αν ο Βούδδας προ των νεύρων
ηγωνίζετο την δράσιν,
μα δεν ζη κανείς ειξεύρων
ποίαν άρα είχε κράσιν.
Αλλ' αν ήτο σαν κι εμένα
τον αχρείον, τον κανάγια,
δεν θα πήγαιναν χαμένα
της αγάπης τόσα μάγια.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896
μέσα από τις σελίδες του "Ρωμηού"


Ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής δεν απέβλεπε στην υστεροφημία. Τρομερά εύκολος στο γράψιμο, επί 35 συναπτά χρόνια (από το 1883 έως το 1918) έγραφε μόνος του κάθε βδομάδα την τετρασέλιδη εφημερίδα του Ο Ρωμηός, η οποία, όσο κι αν ακούγεται απίθανο σήμερα, ήταν ολόκληρη έμμετρη, από τον τίτλο της (Ο Ρωμηός, εφημερίς - που την γράφει ο Σουρής) μέχρι τις μικρές αγγελίες της!

Στις σελίδες του Ρωμηού σχολιάζεται εύθυμα όλη η ιστορία αυτών των 35 χρόνων. Αυτό που εντυπωσιάζει τον σημερινό αναγνώστη, πέρα από την αβίαστη ροή του στίχου του Σουρή, είναι το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ορισμένες καταστάσεις και χαρακτηριστικά των Ελλήνων.

Ας δούμε λοιπόν, πώς περιέγραψε ο Σουρής στο Ρωμηό τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.


Η ανάθεση
Βρισκόμαστε στα τέλη του 1894, ένα χρόνο μετά το "Δυστυχώς επτωχεύσαμεν". Παρά τη σταθερή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, η κυβέρνηση Τρικούπη είναι αναγκασμένη να επιβάλει επαχθείς φόρους για να αντεπεξέλθει στην υπερχρέωση της χώρας. Στο φύλλο 486 του Ρωμηού (12 Νοεμβρίου 1894), ο Φασουλής και ο Περικλέτος, φιγούρες από το κουκλοθέατρο και μόνιμοι ήρωες του Ρωμηού, σχολιάζουν το μέγα θέμα της επικαιρότητας, την απόφαση για τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα.

-- Θάρρος, καημένε Περικλή, κι η μέρα ξημερώνει
που θα ξυπνήσουν την ηχώ των λόφων των ερήμων
παιάνες νέων αθλητών και παλαιστών αλκίμων,
από παντού της ράτσας μας θα φθάσουν θιασώται,
προσπάθησε δε, Περικλή, να ζήσης έως τότε
κι όλων των ζώων τους ορούς να πίνεις μονορούφι,
αλλιώς καθένας θα σε πει μισέλληνα μαγκούφη,
που βρήκες την περίσταση για να τα κακαρώσεις
πριν των ιοστεφάνων μας τις φέστες καμαρώσεις.
-- Θα κάνω κούρα, Φασουλή, μη στάξει και μη βρέξει
για να προφθάσω ζωντανός το ενενηνταέξη
-- Ηλθε κι ο φίλος Κουβερτέν, ο Γάλλος ο Βαρόνος,
και στου Συλλόγου "Παρνασσού" εφώναξε το βήμα
πως την Ελλάδ' αθάνατος την περιμένει χρόνος
κι οι δόξες θάβγουν οι παλιές μέσ' από κάθε μνήμα.
Κι εγώ που λες εστάθηκα στον ρήτορα καρσί
κι αυτός μιλούσε, μάτια μου, τα Γαλλικά φαρσί,
κι εγώ που το κατάφερα να μην τον καταλάβω
εφώναξα με τους λοιπούς "Βαρόνε, μπράβο μπράβο",
και λόγ' ηκούσθησαν θερμοί στομάχων κεχηνότων
κι όλοι τον χειροκρότησαν οι Μαραθωνομάχοι,
για νάναι δε, βρε Περικλή, φιλέλλην εκ των πρώτων
Ελληνικά χρεώγραφα πιστεύω πως δεν θάχη.
(…)
Και μη νομίζης Περικλή, πως μπόλικον Αργύρη
προθύμως θα ξοδέψωμε γι' αυτό το πανηγύρι.
Για τους αγώνες μηδεμιά δεν θα γενή θυσία,
με χρήματα την δόξα των δεν θα την κηλιδώσωμε,
και τούτους θα τους βγάλωμε εις την δημοπρασία
κι όποιος τους πάρει πιο φτηνά σ' εκείνον θα τους δώσωμε.
Η μεν Ελλάς το Στάδιον προσφέρει των προγόνων
κι ας δώσουν άλλοι τον παρά προς πέρας των αγώνων.
και ο Σουρής φαντάζεται τους αγώνες:
πάλιν ο Λόρδος προχωρεί εκ μέσου των ομίλων
κι όπως ο περιβόητος Κροτωνιάτης Μίλων
φορτώνεται τους δανειστάς αντί βωδιών στον ώμο
κι αμέσως παίρνει δρόμο
και τρεις φορές το Στάδιον με τούτους φέρνει γύρα
κι όλοι φωνάζουν "ελελεύ, αθάνατε Σωτήρα"
(…)
Αλλ' όμως και μουφλούζηδες κοιτάζω λεγεώνας
που παίζουν Καραϊσκο,
να βγαίνουν πρώτοι νικηταί εις όλους τους αγώνας
προπάντων δε στον Δίσκο.
(…)
Αλλ' όμως και κολυμβητών παράποτε σπανίων
κατέρχεται φουσάτο,
ο δε Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων
χωρίς να βρίσκει πάτο.

Οικονομικά προβλήματα
Οσο κι αν η διοργάνωση εκείνων των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων ήταν σπαρτιατική σε σύγκριση με τον σημερινό γιγαντισμό, το οικονομικό κόστος ήταν υπερβολικό για την ελληνική οικονομία. Μια λύση (που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα!) αποτελούσαν οι ευεργέτες. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος απευθύνει επιστολή στον Αβέρωφ, ο οποίος προσφέρεται να καλύψει τα έξοδα για την επιμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, και ο Φασουλής του Σουρή σατιρίζει στο φύλλο 507 του Ρωμηού (8 Απριλίου 1895).

Προς τον Αβέρωφ επιστολή
του κακομοίρη του Φασουλή

Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να κουτουλήσ' η δόξα μας με τ'άστρα τ' ουρανού
κι όταν κοτζάμ Διάδοχος σου γράφη κοπλιμέντα
κι όλος Υμέτερος προς σε δια παντός πως μένει,
άνοιξε το κεμέρι σου χωρίς πολλή κουβέντα
κι ας είναι κάθε λέξις του ακριβοπληρωμένη.
Του κράτους την υπόληψιν θέλεις δεν θέλεις, σώσε,
αν δε και γράμμα δεύτερον σου στείλουν ως το πρώτον,
ας πάει το παλιάμπελο κι ό,τι κι αν έχεις δώσε
προς χάριν των Αγώνων μας και της μητρός των φώτων.
Κι αν των Αγώνων η πομπή και σε χρεωκοπήσει
αλλ' όμως μυριόστομος, Αβέρωφ, θα σαλπίσει
κι εις Δύσιν κι εις Ανατολήν η φήμη τ' όνομά σου
και θα καυχάσαι διαρκώς για το κατόρθωμά σου.
Κι αν καταντήσεις να μας λες με τον ντορβά στον ώμο
"δώστε στον ευεργέτη σας δυο ψίχουλα ψωμιού"
αλλ' όμως θα σε δείχνωμε μ' ευλάβεια στον δρόμο
κι έτσι το στόμα θα μιλεί του καθενός Ρωμηού:
"Βλέπεις αυτόν τον φουκαρά, που με ντορβά γυρίζει
και κρυφομουρμουρίζει
για την κακή κατάντια του και τον πικρό καημό του;…
Κροίσος ελέγετο ποτέ κι είχ' ευεργέτου πόζα,
αλλ' όμως ο Διάδοχος τον πήρε στον λαιμό του
με γράμματα Βασιλικά πολύ κοπλιμεντόζα,
κι απεμαρμάρωσε λαμπρώς τα Στάδια προγόνων
και θύμ' απέμειν' ένδοξον αρχαϊκών αγώνων."
Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να σκούξωμ' έξω νου
Η ψωροκώσταινα πατρίς και πάλιν κοκορεύεται,
άσβεστος κρύπτεται πυρά στης δόξης το καμίνι,
και Στάδια μαρμάρινα κι αγώνας ονειρεύεται
αν κι εκ της πείνας μάρμαρο προώρισται να μείνει.

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τρικούπη έχει πέσει και την εξουσία έχει αναλάβει ο Θεόδ. Δηλιγιάννης. Η κατάσταση της οικονομίας προχωρεί προς το χειρότερο, και ο Σουρής αναφέρεται εν παρόδω συχνά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως στο φ. 524 (21 Οκτωβρίου 1895), όπου εμφανίζει τον βασιλιά της Πορτογαλίας να λέει τα ακόλουθα στον βασιλέα Γεώργιο:

Φαντάζομαι το κράτος σου Παράδεισον επίγειον
και δίχως ισοζύγιον
σφοδρός δε πόθος, αδελφέ, με διαφλέγει τώρα
να φύγω απ' εδώ
και την φυλήν να δω,
που δεν χαλά το κέφι της των δανεικών η ψώρα,
κι Αγώνας Ολυμπιακούς
στο μέλλον ετοιμάζει,
αλλά κι εκείνους δανεικούς
κι ο κόσμος την τρομάζει.

Οι αγώνες
Φτάνει επιτέλους η μέρα της έναρξης των Αγώνων, η 25η Μαρτίου 1896. Παρά τη μικρή αριθμητικά συμμετοχή τους, οι Αμερικανοί κατακτούν τα περισσότερα χρυσά μετάλλια, ενώ η Ελλάδα έρχεται δεύτερη. Σχολιάζει ο Σουρής στο φύλλο 547 του Ρωμηού (30 Μαρτίου 1896):

Υμνους αναξιφόρμιγγας, βρε Περικλή, θα ψάλω
και δι' Αγώνας διεθνείς τον σβέρκο μου θα βγάλω.
Τίνα μεγάλον ήρωα, τίν' άνδρα κελαδήσομεν;
ελάτε βάρη ν' άρωμεν, ελάτε να πηδήσωμεν,
και να παρακαλέσωμεν με δίσκους εις το χέρι
Αβέρωφ τον περίδοξον να λύσει το κεμέρι,
κι ολάκερο το Στάδιο μαρμάρινο να κάνει
για ν' αλωνίζουν Κόννολυ και Φλακ κι Αμερικάνοι.
(…)
Ποία ρώμη, ποίον νείκος!…
θέλεις άλμα κατά μήκος,
θέλεις άλμα κατά πλάτος;
πρώτος και τα δυο τα κάνει
και κερδίζει το στεφάνι
Θοδωρής ο κορδονάτος.
(…)
Αν ρωτάς και για τη σφαίρα
πρώτος είναι κι εκεί πέρα,
κι όταν δανεισταί τον δουν
εις το χέρι να την πάρει,
τρέμουν μην την αμολάρει
και τα γένεια των μαδούν.

Πιο κάτω, ο Σουρής σατιρίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τους αγώνες ο μέσος Έλληνας:

Αγώνες, που ξετίναξε καθένας τα χαλιά του
και ξένους επερίμενε την τύχη του να κάνει,
Αγώνες, που παραίτησε καθένας τη δουλειά του
και με πηλάλες δυνατές στον Μαραθώνα φθάνει.
Αγώνες, που κατήντησε η των προγόνων δόξα
για τους συγχρόνους λόξα,
Αγώνες, που μας ζούρλανε το τόσο μας ονόρε
και κόσμος πάει κι έρχεται στης Αθηνάς το φιόρε,
Αγώνες, που δεν βρίσκεται κανείς να σωφρονίσει
της ράτσας της Ρωμαίικης τ' ακράτητα παιδιά,
Αγώνες, οπού νόμισαν και στο Βαθρακονήσι
πως θα νοικιάσουν κάμαρες δυο λίρες την βραδυά.
Αγώνες, οπού πίστεψαν πολλοί μες στην Αθήνα
ότι μονάχα τό'ν'αυγό θα πάει μια στερλίνα,
Αγώνες, που πτερώνεται το φρόνημα του γένους
κι οι γάτες κάνουν άλματα ψηλά στα κεραμίδια,
Αγώνες, οπού φύλαξαν καμπόσοι για τους ξένους
τα ψάρια των, τα χάβαρα, τις πίνες και τα μύδια.
Αγώνες, πούδειξε μικρό τον κάθε κουνενέ
η γη μας η μεγάλη
κι ο Πύργος διεσπάθισε τον Γάλλον Περρονέ
μεθ' όσης τέχνης άλλοι
διασπαθίζουν φανερά
των φουκαράδων τον παρά.
Αγώνες, που κουνήθηκε και τούτο το ρημάδι,
που πρώτος ο Καρασεβντάς εβγήκε στο σημάδι,
κι εις όλους άναψε σεβντά το γέρας του κοτίνου
κι ας βάλη το χεράκι της η Παναγιά της Τήνου.
(…)
Αγώνες, που με σώματα παρέστημεν ακμαία
κι εθάμβωσε μισέλληνας η πάγκαλος αλκή μας,
μα πάντ' Αμερικάνικη σηκώνετο σημαία
μ' ελπίδα πως θα σηκωθεί στο μέλλον κι η δική μας.
Αγώνες, οπού λύσσαξαν τα ξένα τα σκυλιά
και τον μπελά μας βρήκαμε με τους Αμερικάνους,
μα βάλαμε της φίλης μας Ευρώπης τα γυαλιά
και τους δευτέρους πήραμε περιφανείς στεφάνους.

Παρά τα πολλά ελληνικά χρυσά μετάλλια, οι θεατές ήταν απογοητευμένοι επειδή δεν είχαμε κερδίσει καμιά πρώτη νίκη σε αγωνίσματα στίβου. Στο τελευταίο αγώνισμα, τον Μαραθώνιο, ήρθε ο θρίαμβος του Σπύρου Λούη να αναπτερώσει το φρόνημα όλων, και ο Σουρής προλαβαίνει να τυπώσει στην τελευταία σελίδα του ίδιου φύλλου τη χαρμόσυνη είδηση:

Τελευταία ώρα
με μεγάλη φόρα

Τον νικητήριον χορόν και συ, "Ρωμηέ" μου, σύρε…
τον δρόμον τον περίδοξον, που χίλιους δούλους κάνει,
Αμαρουσιώτης κρατερός, ο Λούης τον επήρε,
κι ολόκληρον το Στάδιον φρενήρες εξεμάνη.
Ύμνους Πινδάρου σήμερον ο Λούης ας ακούσει…
Ζήτω το Γένος, ο Λαός, το Στέμμα, το Μαρούσι.

Οι Αγώνες πέρασαν γρήγορα, μόλις και μετά βίας διάρκεσαν 10 μέρες. Κατα σύμπτωση, την ίδια σχεδόν στιγμή των πανηγυρισμών για τη νίκη του Λούη, φτάνει στην Αθήνα η είδηση του θανάτου του Χαριλάου Τρικούπη στις Κάννες. Μετά την ήττα του στις εκλογές, ο μεγάλος πολιτικός είχε απογοητευμένος εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η πρώτη σελίδα του επόμενου φύλλου (548) του Ρωμηού κοσμείται ολόκληρη από την εικόνα του εκλιπόντος μέσα σε μαύρο πένθιμο πλαίσιο. Ωστόσο, οι εσωτερικές σελίδες σχολιάζουν τον απόηχο της νίκης του Λούη, που δεν έχει ακόμα κοπάσει…

μα τώρα νενικήκαμεν και δεν με μέλει δράμι
αν μια για πάντα της Βουλής κλεισθεί το Παρλαμέντο
κι αν κάνωμ' εκατό φορές καινούργιο φαλιμέντο.
--Μέσα σε τούτη την κοινή Μαραθωνομανία,
οπού καθείς φρενιάζει,
κι εμένα δεν με νοιάζει,
αν παν οι παλιο-Βούλγαροι μες στην Μακεδονία.
Εμπρός στον Μαραθώνιον Βουλγάρους ποιος κοιτά;
κι αν νέος Ξέρξης στρατιάς στον Μαραθώνα στείλει,
αλλ' όμως κάποιος θα βρεθεί με πόδια δυνατά
να σπεύσει την επιδρομήν εγκαίρως ν'αναγγείλει.

και πιο κάτω, ο Σουρής απευθύνεται στον Λούη, λέγοντάς του:

Ψάλλω κι εγώ ευγνώμων
τον Μαραθωνοδρόμον

Ω νικητών απόγονε κι Αμαρουσίου θρέμμα,
έστεψε τους θριάμβους σου το θριαμβεύον Στέμμα,
Διάδοχοι και Πρίγκηπες σ' επήραν αγκαλιά,
ξένες περιηγήτριες σ' εχόρτασαν φιλιά,
κι ίσως, λεβέντη χωρικέ και πρώτο παλληκάρι,
καμμία Μις παράξενη θελήσει να σε πάρει.
(…)
μα συ γι' αυτά κι αυτά
μη δίνεις δυο λεφτά.
¶κου με φλέγμα στωικόν το τι καθείς σου ψάλλει
και μην αφήνεις το τσαπί
για ν' αποδείξεις, τσελεπή,
πως έχεις σαν τα πόδια σου γερό και το κεφάλι.

Το κάθε θάμα τρεις ημέρες και το μεγάλο τέσσερις, λέει ο λαός μας. Έτσι, τόσο η νίκη του Λούη, που έγινε και παροιμιώδης έκφραση, όσο και ο θάνατος του Τρικούπη, έφυγαν μοιραία από το προσκήνιο της επικαιρότητας και από τις σελίδες του Ρωμηού. Εναν χρόνο αργότερα, η χώρα γνώριζε την ατιμωτική ήττα του '97. Οι Αγώνες δεν ήταν πανάκεια για όλα τα προβλήματα…


ΑΝ ΘΥΜΗΘΕΙΣ Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος


Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου
δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά
τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου
μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου
σε περιμένω να 'ρθεις
μ' ένα τραγούδι του δρόμου να ρθεις όνειρό μου
το καλοκαίρι που λάμπει τ' αστέρι με φως να ντυθείς


ΚΑΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ

MAL DU DEPART


Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς , τη Σιγγαπούρ, τ΄Αλγέρι και το Σφάξ
θ΄αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ΄ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροισεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τά ΄χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ΄όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει..."

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου πού τρέμει α οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίχτη θα κτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θά ΄χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.


Σταύρος Ξαρχάκος
Ένα πρωινό η Παναγιά μου
θα 'ρθει να με βρει στην ακρογιαλιά
πέλαγο κρυφό τα όνειρα μου
κι έστειλες εσύ βάρκα με πανί

Πόσο σ' αγαπώ κανείς δεν ξέρει
κι αν θα μ' αγαπάς μικρό μου ταίρι
καλοκαιρινό σ' αγαπώ

Θα σταθείς ψηλά στο παραθύρι
πάνω στα μαλλιά άστρα του νοτιά
έχει η Παναγιά καραβοκύρη
να μας πάει μακριά πέρα απ' τη στεριά


Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη
Διονύσης Σαββόπουλος


Μία η άνοιξη
ένα το σύννεφο
χρυσή η βροχή
βροχή που χόρευε
σε κάμπο ώριμο
ως το πρωί

Σαν στάχυα έλυσες
πάνω στους ώμους μου
χρυσά μαλλιά
σαν στάχυ χόρευες
σαν στάχυα αμέτρητα
ήταν τα φιλιά

Μη μιλάς άλλο γι' αγάπη
η αγάπη είναι παντού
στη καρδιά μας στη ματιά μας
τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα' χωμε υποφέρει
καλημέρα θα μας πεί
θα μας φύγει θα ξανάρθει
κι όλο πάλι απ' την αρχή

Μία η θάλασσα
ένας ο ήλιος της
γλάροι λευκοί
ήλιος και θάλασσα
γλυκό κορίτσι μου
ζεστό πρωί

Πρωί κι ορθάνοιξα
τα δυο σου πέταλα
μ' ένα φιλί
κι εσύ μου χάρισες
όλη την άνοιξη
σ' ένα κορμί

Χθες ήταν έρωτας
χθες ήταν σύννεφο
χρυσή βροχή
χθες ήταν θάλασσα
γλάρος που χόρευε
με το πρωί

Τώρα είν' η σιωπή
τώρα είν' η λησμονιά
κι ο χωρισμός
κι όλα τ' αστέρια του
θαρρείς πως έσβησε
ο ουρανός


Πορφύρας Λάμπρος
[Σύψωμος Δημήτριος]

Το Xαμόγελο


Ωραία γυναίκα, το τρελλό το γέλιο σου διαβαίνει,
σα μάταιος ήχος και σκορπά, κι ούτε μια ηχώ ξυπνά
στην ακατάδεχτη καρδιά, που αγάπη τήνε δένει
μ' αθώα χαμόγελα βουβά.

M' αυτά που δείχνουνε χαρά, με κάποια που σκεπάζουν
τον πόνο τους αμίλητον οι ευγενικές ψυχές,
μ' εκείνα που μαραίνονται κρυφά και ξεθωριάζουν,
σ' αρχαίες εικόνες σκοτεινές,

Kαι μ' όσα ακόμα ούτε αλαφρά δε σκίζουνε τα χείλη,
κι αστράφτουν μόνο στων ματιών βαθιά τη σιγαλιά,
ωσάν τ' αντιφεγγίσματα που απλώνονται το δείλι
στην πελαγίσιαν ερημιά...



Αναγνωστάκης Μανόλης

Νέοι της Σιδώνος


Kανονικά δεν πρέπει νάχουμε παράπονο
Kαλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Kορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Kαλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Tόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ' άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ' άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Mαύρους, Πράσινους, Kιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Aνθρώπου.
Iδιαιτέρως σάς τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρών και δραστικό- κατόπιν τούτου
Nομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Kαι να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

(Mας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;)


Σεφέρης Γιώργος
Aρνηση


Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ
Ο εργοστασιάρχης στον Παράδεισο


'Αη Πέτρο! βγάλ' το καντινάτσο,
τράβα την πόρτα στα καρούλια
κι άνοιχ' τη διάπλατη να μπω.
Συγχωροχάρτια φέρνω μάτσο
για φαγωμένα μεροδούλια
κι ό,τι σημάδι μου θαμπό
το καθαρίσαν οι παπάδες
με λειτουργιές και με λαμπάδες.
Κι αν έκανα σα νέος τρέλλες
κι αν παραγλέντησα με νιές,
(δεν είμαστε όλοι μας Χριστοί)
λογάριασε πόσες κοπέλες
που τσ' είχα "μεταχειριστεί"
τις βόλεψα με προξενιές
κι έδωκα προίκα μετρητή
σ' αυτές και στον προξενητή.
'Εκανα κάμποσα καλά
στη ζήση μου την περασμένη
και τώρα πού' ρθα εδώ ψηλά
με γέλιο καλωσόρισέ με
ψήσε καφέ και κέρασέ με,
κι αφού πια τίποτα δε μένει
Αη Πέτρο, βγαλ' το καντινάτσο
στο πλάι του Χριστού να κάτσω.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
(από τον Ήλιο τον Πρώτο)


Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι
Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα
Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό
Φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε
Στάχυα ψηλά λυγίζουνε τον μελαψό ουρανό.

Με χείλια μπρούντζινα κορμιά γυμνά
Τσουρουφλισμένα στο τσακμάκι του οίστρου
Εε! εε! Τραντάζοντας διαβαίνουν οι αμαξάδες
Στο λάδι της κατηφοριάς τ' αλόγατα βουλιάζουν
Τ' αλόγατα ονειρεύονται
Μια πολιτεία δροσερή με γούρνες μαρμαρένιες
Ένα τριφύλλι σύννεφο έτοιμο να χυθεί
Στους λόφους των λιγνών δέντρων που ζεματάν τ' αυτιά τους
Στα ντέφια των μεγάλων κάμπων που χοροπηδάν τις
καβαλίνες τους.
Πέρα μες στα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα
Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά
Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει
Απ' τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο
Κι η άχνα πιωμένη με βαριές χτυπιές παραπατά
Στην αζαλιά στην έλισσα και στη μοσκοϊτιά!



ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
A BORD DE L’ « ASPASIA »

Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία,
πάντα στο deck, σε μια σαίζ-λόγκ πεσμένη, κάτωχρη
απ’ τη γνωστή και θλιβερότατην αιτία.

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν,
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες.
Σ’ ό,τι σου λέγαν πικρογέλαγες, γιατί ένοιωθες
πώς για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες.

Κάποια βραδιά, που από το Στρόμπολι περνούσαμε,
είπες σε κάποιον γελαστή σε τόνο αστείου :
« Πώς μοιάζει τ’ άρρωστο κορμί μου, καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου! »

Ύστερα σ’ είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κι εγώ, που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’ αγαπήσω.

Σκαρίμπας Γιάννης
Φαντασία


Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.

Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
απόσπασμα από τον ΕΡΩΤΙΚΟ ΛΟΓΟ, Γ'

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς
τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.
Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:
"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.
Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.
Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.
Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."
Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.
...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
ΟΙ ΓΑΤΕΣ


Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή , σαν απ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι αυτό,
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σίδερου την κακήν αρρώστια φυλακτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ το μαύρο θάνατο μ αυτό

Γιατί είναι τ άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν απ τον θάνατον από τους ναύτες ένας
-αυτός οπού δε πράματα στη ζήση του φρικτά-
χαϊδεύοντας την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη ν κρυφτούν με την καρδιά σφικτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.


Γ ΔΡΟΣΙΝΗΣ
Η ΑΜΑΡΤΩΛΗ


Παπά, αν έρθει μια μελαχρινή
να την ξομολογήσεις
κοντούλα, αφράτη, με γλυκιά φωνή,
πρόσεξε, μην τυχόν και την αφήσεις
να μεταλάβει η αμαρτωλή!
Δε νήστεψε μια μέρα το φιλί!



ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ (αποσπάσματα)
Του Aγγελου Σικελιανού


Για να γνωρίσω τους θεούς σου
άνοιξα μόνος μου το δρόμο,
για όλο μου το δρόμο
την απόφασή μου παίρνοντας
ωσά μονάκριβο καρπό
για να δροσίζω, στις ακρότατες στιγμές
της δίψας μου, τα χείλια!

Όλυμπε, ανήφορε του Δία,
το χώμα σου είναι μαύρο
ζυμωμένο μ’ όλα τα χινόπωρα
των καστανιών και των πλατάνων,
και το πόδι χώνεται βαθύτερα από το ‘στραγάλι
για να σ’ ανεβεί!

Αδιάκοπα
με το μαχαίρι
-δαφνοτόμος
κισσοτόμος-
πρέπει να κόβει το στενό του μονοπάτι
μες απ’ τα παλιούρια
όποιος γυρέψει να σε ιδεί!
Κι απάνωθέ του σα λυροχορδές
οι κληματίδες αμποδάνε να διαβεί

Ώ νήπιε Δία!
Καθώς μια μέρα
ταξιδεύοντας στην Ήπειρον
άκουσα ξάφνου μια βοή κρυφή
μια μουσική χλαλοή μικρών φτερών να τρέμει μες στον αέρα
και δεν ήξερα από πού,
αλλά ψάχνοντας
ηύρα ένα βράχο πιο γλιστερό από φίλντισι
σαν αιώνων καταρράκτες να περάσανε από πάνω του
που αλλαξοδρόμησαν
αφήνοντάς τον πισωθέ τους στη γυμνή τελειότητα,
και σκύβοντας στη μέση του
που ανοίγονταν βαθιά σαν αργυρό λεβέτι
Είδα στο βάθος έν’ αγριομελίσσι να σαλεύει αδιάκοπα ως πηγή’

έτσι κι η κούνια Σου στ’ ωραίο βουνό
εβούιζεν όλη
απ’ τ’ αγριοπερίστερα όπου Σού ’φερναν στα ράμφη τους
το μέλι των ανθών της γης!

Πατέρα Δία΄
αν οι ιερείς σου κάθε χρόνο
στην κορφή του Ολύμπου
όπου ποτέ δεν πνέει ο άνεμος
γράφουνε στην απλωμένη στάχτη των θυσιών
την υψηλή τους προσευχή
και τηνε βρίσκουν άγγιχτη τον άλλο χρόνο
καθώς τη στιγμή που με το δάκτυλο
εχαράξανε τα λόγια της
κι αν οι καρποί,
που ολόγυρα απιθώνουν αφιερώματα,
κρατούνε ολοχρονίς ολόδροσοι
καθώς την ώρα που εκοπήκανε από το κλαδί

πόσο περισσότερο ο καλός μου Λόγος
ποτισμένος τη δροσιά,
που ωσά βαρύ ροδάκινο μες στο νερό
αστράφτει όμοια ασημένια σφαίρα,
δε θα μείνει αιώνιος
όπου κι όπως
στην κορφή του Ολύμπου τον απίθωσα!

Το κέντημα του μαντηλιού
του Κώστα Κρυστάλλη


Στην άκρη του γιαλού ξανθή κάθεται κόρη
κι ωριόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντίλι,
μαντίλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι.
Την θάλασσα κεντάει, με τα νησιά της όλα,
κεντάει τον ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια,
τη γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια,
κεντάει κ' ένα βουνό, ψηλό ψηλό και μέγα:
το χάραμα γλυκά προβάλει στην κορφή του
και βάφεται η κορφή και τ' ουρανού η λουρίδα
ροδόλευκη, νερά καθάρια κι ασημένια
τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι αυλακώνουν,
χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ισκιωμένα ορμάνια
κεντάει στις λαγκαδιές με πράσινο μετάξι
στους όχτους, στα ριζά, κοπάδια ασπρολογάνε
και φαίνονται οι βοσκοί, και στ' όμορφο κεντίδι
φλογέρες λες κι ακούς, λες και γρικάς τραγούδια,
βελάσματα βραχνά και ηχούς από τρουκάνια.
Στα πόδια του βουνού κεντάει γαλάζια λίμνη
με καλαμιές χρυσές, ένας ψαράς στην άκρη
πεζόβολον κρατεί και δόλωμα ετοιμάζει,
κάμπον πλατύν-πλατύν με σμαραγδένιο νήμα
ολόγυρα κεντάει, στη μέση από τον κάμπο,
ποτάμι σιγαλό και φιδωτό ξομπλιάζει,
με δάφνες, με μυρτιές και με δασιά πλατάνια,
με αηδόνια, με φωλιές, και στο πανώριο ξόμπλι
τον φλοίβο του νερού θαρρείς κι ακούς, της δάφνης
τον μύρο, της μυρτιάς, θαρρείς ότι ανασαίνεις,
πως τον κελαηδισμό των αηδονιών ξανοίγεις,
πως νιώθεις το απαλό της φυλλουργιάς μουρμούρι...
Στην ακροποταμιάν αλάφι ζωγραφίζει,
που σκύφτει τα νερά να πιει, τα κρυσταλένια,
και, ξάφνου, σαϊτιά στην πλάτη το λαβώνει,
στρέφεται αυτό, κοιτάει με πόνο την πληγή του,
πάσχει ν' απαλλαχτεί, δε δύνεται το μαύρο,
κι από τον ουρανόν, από τα δένδρα γύρα
βοήθεια λες ζητάει...
Ολόυρα από τον κάμπο,
πλήθος μικρά χωριά κεντάει, χωράφια ολλούθε
με ολόχρυσα σπαρτά, με θυμωνιές, με αλώνια,
πράσινα αμπέλια αλλού, με κίτρινα σταφύλια,
κίτρινα σαν φλουριά, κ' έμορφα κοπελούδια,
που μπαίνουν με πλεχτά καλάθια και τρυγάνε.
Γάμον αρχοντικό σ' ένα χωριό πλουμίζει,
με νύφην, με γαμπρό, με φλάμπουρα, με ψίκι,
δράκους αλλού κεντάει, και λάμιες και νεράϊδες,
κεντάει κ' έναν γιαλό με ζαφειρένια πλάτια,
στην άκρη του γιαλού την ίδια την θωριά της
ολόφαντη ιστορεί από ομορφιάν και νιότη
και πλούτον και αρχοντιά, και στα λευκά της χέρια
τ' αργόχειρο κρατεί, τ' ωριόπλουμο μαντίλι,
μαντίλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι,
ανάρια το κεντάει κι όλο του λέει τραγούδια:
-Μαντίλι πλουμερό και χρυσοκεντημένο,
ποιος νάναι τάχα ο νιος οπού θα σ' αποχτήσει;
Ποιος νάναι τάχα ο νιος που μ' ένα δακτυλίδι,
μαντίλι μου ακριβό, κανίσκι θα σε πάρει;
Ποιος νάναι τάχα ο νιος, που μ' ένα φιλημά του,

γλυκό και φλογερό, απ' το λευκό μου χέρι
στην κλίνη την αγνή θα μ' οδηγήσει νύφην;
Ποιος νάναι τάχα αυτός; Πέτε μου, εσείς δεντράκια,
κ' εσείς καλά πουλιά. Μουρμούρισέ μου αγάλια,
εσύ ωραίε γιαλέ και γαλανέ ουρανέ μου!
Εσύ, φτερουγιαστέ, καθάριε λογισμέ μου,
γιατί δε μου τον λες, γιατί δε μου τον δείχνεις,
γιατί μια ωραία βραδιά κρυφά δε μου τον φέρνεις,
σαν όνειρο χρυσό, γλυκά στην αγκαλιά μου;..


Οδυσσέας Ελύτης
Aσμα ηρωικό και πένθιμο
για τον χαμένο ανθυπολοχαγό
της Αλβανίας
(1945)

1
Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός,
Καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας,
Κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες,

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Μα όλος ο κόπος τ' ουρανού,
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί στα πόδια του βουνού,

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,

Τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκκαλιάρικα,
Πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,
Μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια
Βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
Θ' ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου,
Τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψίχες τ' ουρανού.
2

Τώρα μες τα θολά νερά ένας ίσκιος νευριάζει.

Ο άνεμος αρπαγμένος απ' τις φυλλωσιές
Κάνει εμετό στη σκόνη του,
Τα φρούτα φτύνουν το κουκκούτσι τους,
Η γη κρύβει τις πέτρες της,
Ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Την ώρα που μες από τα ουράνια θάμνα
Το ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας.
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο,
Κι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες,
Κι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν' αντιχαιρετίσουνε: - φωτιά ή μαχαίρι!

Γι' αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Κακό θ' ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός,
Μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!


3

Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
Λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα,
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας αντίκρυ
Στο θάνατο - κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
Κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες,
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
Κι ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!


4

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη,
Μ' ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά,
Μ' ένα κλαδάκι λησμονιάς στ' αριστερό του αφτί,
Μοιάζει μπαξές που του' φυγαν άξαφνα τα πουλιά,
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά,
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπαν «γεια παιδιά!» τα ματοτσίνορα
Κι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ' τα πέντε κέδρα,
Χωρίς άλλα κεριά,
Κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη...
Aδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο,
Κι ανάμεσα απ' τα φρύδια -
Μικρό πικρό πηγάδι, δακτυλιά της μοίρας,
Μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο,
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από που του-
Από που του' φυγε η ζωή. Μην πείτε πως -
Μην πείτε πως ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή, έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή, παράτησε την άλλη,
Κι ο ήλιος ο παντοτεινός έτσι με μιας τον κόσμο!


5

Ήλιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
Κι εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν -
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού 'ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ' αητόπουλα απορούν πού 'ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πού 'ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να 'ναι το παιδί!
Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού να 'ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να 'ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
Πιάνουν το χέρι και παγώνει,
Παν να δαγκάσουνε ψωμί, κ' εκείνο στάζει αίμα,
Κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε
ο ήλιος!..


6

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του·
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι,
Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης
Πιάνοντας ύστερα χορό μ' όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν' ακούσει και να χύσ' η αυγή το φως μες στα μαλλιά του,
Η αυγή που μ' ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Να βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα!...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
Και με το κράνος του - γιαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη, φωτιά!
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στώμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν;
Ήταν γενναίο παιδί!


7

Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Τίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Απ' τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ' η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ' από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Μήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Και κρύψουν τις αχτίδες τους
Και σταματήσουν
Εκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί!...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος,
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά,
Σκυφτή πίσω από μήνες - σύννεφα αφουκράζεται
Τι να' ναι που αφουκράζεται σύννεφα - μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους -αχ αφήστε την -
Μισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει -αφήστε την-
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει -αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Κι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Τα περιβόλια για ν' ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Το αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά,
Κι η λευτεριά για ν' αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!


8

Πέστε λοιπόν στον ήλιο να' βρει ένα καινούριο δρόμο
Τώρα πια που η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Αν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Ας γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο να' βρει ένα καινούριο δρόμο
Μην καταπροσωπίσει πια ούτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε να' βγει μ' άλλη παρθενιά
Μη λερωθεί από δάκτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ' αγριοπεριστέρια
Και μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Καθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ' αδειανό κοχύλι
Μη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Μόν' φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Τις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Τις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον' οι χρυσόμυγες
Και παν με βιάση τα πουλιά ν' ακούσουνε απ' τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!


9

Φέρτε καινούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια, τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Καινούρια μάτια -Θε μου- τι τώρα πού θα παν
Να σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο, τι με ποιο χαράς χαίρε θ' ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο,
Τι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ' αψηφίσει τα ροδακινόφυλλα;
Νύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά;
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντίλια μες στους κάμπους
Ή θ' αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ' τον ήλιο,
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ' άστρωτο άλογο
Και να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων;
Ποιος θ' ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν' ασπαστεί τα βότσαλα
Και ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Να βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Αίμα και λαλιά
Να ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Και να ριχτεί -αχ τούτη τη φορά-
Και να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!


10

Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν «Ζωή, να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Μόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Κι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Aστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Να πει μες απ' τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού' βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο Θεού μ' ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου και συ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Κάθε που' θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Και συ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ως τα πόδια του
Και συ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Αγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Aστρον απ' άστρο τα κρυφά στερεώματα
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Με λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει
Κι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!


11

Κείνοι που επράξαν το κακό - γιατί τους είχε πάρει
Τα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Τη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Χωρίς τέρατα σίδερα και κουτουλιές φωτιάς
Eκεί που γδύν' η θάλασσα τ΄ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Στα βράχια της πατρίδας πάλι και με το μαντολίνο Ζάλογγο!
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Μυρίζοντας τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ' έλατα και με κρύα νερά
Μ' αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι από οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Με πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο - δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Μάνα που να' χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με βυζί γυμνό
Χορεύοντας να' χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Μα κείνος που τ' αντίκρυσε στους δρόμους τ' ουρανού
Ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!


12

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Και του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ' αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Με τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Με τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα - τι θαύμα χαμηλά στη γη
Aσπρες φυλές μ' ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Και πιο βαθιά τ' απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων..
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, λένε: το Πάσχα τ' ουρανού!


13

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο -

Λένε γι' αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Τότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Και πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι' αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Και κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μίλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
- Κι έπνιγ' η βαρυσυννεφιά τα βουρκωμένα στήθη -
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα, δυνατά πέταλα έξω απ' το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!


14

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ' όνειρο μες στο αίμα
Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία.
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στα νερά
Καράβια μ' ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Τα πιο αθώα κορίτσια
Τρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Κι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! Δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ολοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Χαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Aνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά, καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι, σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γιαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!


Οδυσσέας Ελύτης
(αποσπάσματα από το «Ήλιος ο Πρώτος»

IV
Πίνοντας ήλιο κορινθιακό
Διαβάζοντας τα μάρμαρα
Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες
Σημαδεύοντας με το καμάκι
Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά
Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει
Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται
Ν' ανοίγει.

Πίνω νερό κόβω καρπό
Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου
Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου
Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.



Οδυσσέας Ελύτης
(απόσπασμα από το "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ"
Ε'


ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Αθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμαζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πως, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;
Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακρυα.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Αθω.
Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς.
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιαν αναστάσιμη !
Αγγίζεις το νου μου και πονει το βρέφος της ¶νοιξης !
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεσαι !
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα παντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις τη ψηλά τα βουνά τα χιονοδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλια μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος


Το μπαρ το ναυάγιο
Αρλέτα



Προχθές αργά στο μπαρ το ναυάγιο
Βρέθηκα να τα πίνω μ' έναν άγιο
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό

Του λέω παππούλη τι ζητάς εδώ
Δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό
μου λέει, τέκνον κάνεις μέγα λάθος
εδώ είναι ο πόνος των ανθρώπων και το πάθος

Κοίταξε γύρω σου τρελούς και μεθυσμένους
(μου λέει εγώ τους αγαπάω) τους κολασμένους
αν θες ν' αγιάσεις πρέπει ν' αμαρτήσεις
Ε κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις

Προχθές αργά στο μπαρ το ναυάγιο
Βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Στο τέλος πλήρωσε και το λογαριασμό

Οδυσσέας Ελύτης
(από το "Ήλιος ο πρώτος"


Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
Κουρεμένο κεφάλι όνειρο ακούρευτο
Ποδιά με σταυρωμένες άγκυρες
Μπράτσο του πεύκου γλώσσα του ψαριού
Αδερφάκι του σύννεφου!
Κοντά σου είδες ν' ασπρίζει ένα βρεμένο βότσαλο
¶κουσες να σφυρίζει ένα καλάμι
Τα πιο γυμνά τοπία που γνώρισες
Τα πιο χρωματιστά
Βαθιά-βαθιά ο αστείος περίπατος του σπάρου
Ψηλά-ψηλά της εκκλησίτσας το καπέλο
Και πέρα-πέρα ένα βαπόρι με φουγάρα κόκκινα.
Είδες το κύμα των φυτών όπου έπαιρνεν η πάχνη
Το πρωινό λουτρό της το φύλλο της φραγκοσυκιάς
Το γεφυράκι στη στροφή του δρόμου
Αλλά και τ' αγριοχαμόγελο
Σε μεγάλους χτύπους δέντρων
Σε μεγάλα λιοστάσια παντρειάς
Εκεί που στάζουν από τα ζουμπούλια δάκρυα
Εκεί που ανοίγει ο αχινός τους γρίφους του νερού
Εκεί που τ' άστρα προμηνούν τη θύελλα.
Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
Χαϊμαλί τρελό σαγόνι πεισματάρικο
Παντελονάκι αέρινο
Στήθος του βράχου κρίνο του νερού
Μορτάκι του άσπρου σύννεφου!


ΜΗ ΜΙΛΑΣ ΑΛΛΟ ΓΙ' ΑΓΑΠΗ
Διονύσης Σαββόπουλος


Μία η άνοιξη
ένα το σύννεφο
χρυσή η βροχή
βροχή που χόρευε
σε κάμπο ώριμο
ως το πρωί

Σαν στάχυα έλυσες
πάνω στους ώμους μου
χρυσά μαλλιά
σαν στάχυ χόρευες
σαν στάχυα αμέτρητα
ήταν τα φιλιά

Μη μιλάς άλλο γι' αγάπη
η αγάπη είναι παντού
στη καρδιά μας στη ματιά μας
τρώει τα χείλη τρώει το νου
όταν θα' χωμε υποφέρει
καλημέρα θα μας πεί
θα μας φύγει θα ξανάρθει
κι όλο πάλι απ' την αρχή

Μία η θάλασσα
ένας ο ήλιος της
γλάροι λευκοί
ήλιος και θάλασσα
γλυκό κορίτσι μου
ζεστό πρωί

Πρωί κι ορθάνοιξα
τα δυο σου πέταλα
μ' ένα φιλί
κι εσύ μου χάρισες
όλη την άνοιξη
σ' ένα κορμί

Χθες ήταν έρωτας
χθες ήταν σύννεφο
χρυσή βροχή
χθες ήταν θάλασσα
γλάρος που χόρευε
με το πρωί

Τώρα είν' η σιωπή
τώρα είν' η λησμονιά
κι ο χωρισμός
κι όλα τ' αστέρια του
θαρρείς πως έσβησε
ο ουρανός

Να μ' αγαπάς
(Αντρέας Θωμόπουλος)

Τραγούδι του Παύλου Σιδηρόπουλου


Σου γράφω πάλι από ανάγκη
η ώρα πέντε το πρωί
το μόνο πράγμα που 'χει μείνει
όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ

Τι να τις κάνω τις τιμές τους
τα λόγια τα θεατρικά
μες στην οθόνη του μυαλού μου
χάρτινα είδωλα νεκρά

Να μ' αγαπάς όσο μπορείς να μ' αγαπάς

Κοιτάζοντας μες στον καθρέφτη
βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό
κι ίσως η ασχήμια του να φύγει
μόλις πλυθώ και ξυριστώ

Βρωμάει η ανάσα απ' τα τσιγάρα
βαραίνει ο νους μου απ' τα πολλά
στον τοίχο κάποια Μόνα Λίζα
σε φέρνει ακόμα πιο κοντά

Να μ' αγαπάς όσο μπορείς να μ' αγαπάς

Αν και τελειώνει αυτό το γράμμα
η ανάγκη μου δε σταματά
σαν το πουλί πάνω στο σύρμα
σαν τον αλήτη που γυρνά

Θέλω να 'ρθείς και να μ' ανάψεις
το παραμύθι να μου πεις
σαν μάνα γη να μ' αγκαλιάσεις
σαν άσπρο φως να ξαναρθείς.

Επιφάνια, 1937
Σεφέρης Γιώργος


Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά· τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους¨ βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· ο χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογισθώ¨ ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας "ευτυχία"
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ' τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων



Στίχοι- Μουσική : Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Σαράντα χρόνια έφηβος κοντά μισό αιώνα
το καλοκαίρι άσπριζα μαύριζα τον χειμώνα
σαράντα χρόνια ανώνυμος ξεφτίλας δον Κιχώτης
σαράντα χρόνια γκόμενος σαράντα χρόνια πότης.

Γενήθκα σ' ένα χωριό Τετάρτη μεσημέρι
γιατρός δε με ξεπέταξε μα μιάς μαμής το χέρι
οι συγγενείς μαζεύτηκαν από νωρίς στο σπίτι
πως είναι έτσι το παιδί και τι μεγάλη μύτη.

Νάνι νάνι το παιδί μας νάναι νάνι νάνι και παρήγγειλα
νάνι νάνι τα προικιά του και τα χρυσαφικά του
νάνι νάνι κι' όπου το πονεί να γιάνει νάνι νάνι του τα
παρήγγειλα

Μα εγώ από τον ύπνο μου την έκανα κοπάνα
τέντωνα στη σφεντόνα μου σημάδευα αεροπλάνα
και πάνω στο καλύτερο με ξύπναγαν με βία
για να μ' αποκοιμήσουνε δάσκαλοι στα θρανία

Κι' ενώ όλα τα θυμόμουνα κι' είχα μυαλό ξουράφι
να μεγαλώσω ξέχασα και έμεινα στο ράφι
έτσι για πάντα κράτησα την παιδική μου εικόνα
εκείνου του αλητάμπουρα που κράταγε σφεντόνα.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά έλα πάρε και τούτο
μικρό μικρό σου το δωσα άρχοντα φερε μου το
κρύψε και την σφεντόνα του φρόνιμο κάνε μου το.

Παλιέ μου φίλε γνώριμε συμμαθητή θαμώνα
μαζί μου απόψε έφερα εκείνη τη σφεντόνα
μην πάει ο νους σου στο κακό πουλιά δεν θα χτυπήσω

Με κότσιφες και πέρδικες τι έχω να χωρίσω
τα παιδικά μας όνειρα θα σας εξφεδονίσω
με χρώματα και μουσικές θα σας τα τραγουδήσω
παλιέ μου φίλε γνώριμε συμμαθητή θαμώνα
απόψε που βρεθήκαμε σου δίνω την σφεντόνα.


Γιάννης Ρίτσος - Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες

Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.
Δες, πλάι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι,
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν και σένα ωραίοι.
Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.
Γιε μου στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου εσύ πουλί μου.


Γ Παπαστεφάνου
(μουσική Γ Σπανός)


Μια αγάπη για το καλοκαίρι θα 'μαι κι εγώ
να σου κρατώ δροσιά στο χέρι να σε φιλώ
θα μ' αγαπάς σαν καλοκαίρι και σαν παιδί
μα θα μου φύγεις με τ' αστέρι και την βροχή

Μια αγάπη για το καλοκαίρι θα 'μαι κι εγώ
να σου κρατώ δροσιά στο χέρι να σε φιλώ
και σαν χαθεί το καλοκαίρι και σε ζητώ
θα μείνει μόνο έν' αστέρι να το φιλώ


«Νοέμβρης ‘91»
(δεκαεφτά χρόνια μετά)
Του Διονύση Τσακνή από το δίσκο «Αλήτης καιρός» 1991


Τη μέρα αυτή που διάλεξα
εδώ μπροστά σας να σταθώ
τραγούδια και μισόλογα στο
φως να καταθέσω,
πως πήρα τέτοια απόφαση
δεν ξέρω αν θ’ αντέξω
η μέρα αυτή θυμίζει μακελειό.

Νοέμβρης ήταν η χρονιά και δω γινόταν του χαμού
εγώ ήμουν δεκαεννιά κι αυτή εβδομήντα τρία,
και να που ερωτεύτηκα κάποια χρονολογία
κι ο έρωτας κρατάει για καιρό.

Μα έχει ο καιρός γυρίσματα μεγάλωσε κι αυτή κι εγώ
μεγάλωσαν κι οι φίλοι μου εκεί γύρω στα σαράντα,
στα κόμματα γαντζώθηκαν και γω δεν ξέρω τι να πώ
και άλλοι στο σπιτάκι τους για πάντα

Η απόσταση μας έσωσε μα οι θύμησες πληγώνουνε
και λέμε σαν βρισκόμαστε τα ίδια και τα ίδια
μα νοιώθω σα μικρό παιδί που πάλι το μαλώσανε
και φεύγω σε μια άγονη Επαρχία

Κοιτάζω πάλι πίσω μου, δυο γιους απόκτησα κι εγώ,
δεκαεπτά Νοέμβρηδες μου βάρυναν την πλάτη,
σημαίες και γαρύφαλλα εμπόριο κι απάτη
και λόγοι επισήμων στο κενό.

Κρατάω το στόμα μου κλειστό,
τα χείλη μου ματώσανε,
κι αυτοί που μας προδώσανε
ανέραστοι να μείνουν.
Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε,
αυτό έχω μόνο να τους πω,
τα όνειρα των εραστών δεν σβήνουν.

Οδυσσέας Ελύτης
(από τον Ήλιο τον Πρώτο)


VIII
Έζησα τ' όνομα το αγαπημένο
Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
Στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.
Εκείνοι που με λιθοβόλησαν δεν ζούνε πια
Με τις πέτρες τους έχτισα μια κρήνη
Στο κατώφλι της έρχονται χλωρά κορίτσια
Τα χείλια τους κατάγονται από την αυγή
Τα μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στο μέλλον.
Έρχονται χελιδόνια τα μωρά του ανέμου
Πίνουν πετούν να πάει μπροστά η ζωή
Το φόβητρο του ονείρου γίνεται όνειρο
Η οδύνη στρίβει το καλό ακρωτήρι
Καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους τ' ουρανού.
Ω αμάραντο πέλαγο τι ψιθυρίζεις πες μου
Από νωρίς είμαι στο πρωινό σου στόμα
Στην κορυφήν όπου προβάλλ' η αγάπη σου
Βλέπω τη θέληση της νύχτας να ξεχύνει τ' άστρα
Τη θέληση της μέρας να κορφολογάει τη γη.
Σπέρνω στους κάμπους της ζωής χίλια μπλαβάκια
Χίλια παιδιά μέσα στο τίμιο αγέρι
Ωραία γερά παιδιά που αχνίζουν καλοσύνη
Και ξέρουν ν' ατενίζουν τους βαθιούς ορίζοντες
Όταν η μουσική ανεβάζει τα νησιά.
Χάραξα τ' όνομα το αγαπημένο
Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
Στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας

Δραπετσώνα
Μπιθικώτσης Γρηγόρης
Μουσική/Στίχοι: Θεοδωράκης Μίκης/Λειβαδίτης Τάσος

Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά

Το ’δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή

Πάρ’ το γεράνι μας, πάρ’ το στεφάνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός

Μα όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά

Πάρ’ το γεράνι μας...


Καβάφης Κ.Π.

Έτσι πολύ ατένισα —

Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου .... μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα

Aχθος Αρούρης
Η προσευχή του ταπεινού

Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου
έτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
έτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.
Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
ζητώ να βρουν οι κόποι μου δικαίωση.
Τι να την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι.
Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζει
την κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου
αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
δυο τρεις αυγούλες ροδαλές, ήλιο και φως αληθινό
και τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ' τον γήινο ουρανό.
Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

(Μυτιλήνη, 1936. Περιλαμβάνεται σαν πρόλογος στη συλλογή
Της Κατοχής και του Στρατόπεδου)



Κ ΚΑΒΑΦΗΣ
ΟΤΑΝ ΔΙΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ


Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσα κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα
Βάλ’ τα, μισοκρυμένα, μες τες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα ή μες την λάμψι του μεσημεριού
 
      
Απαντήσεις
Καμία καταχώρηση

Site Meter

ecology Portal (C) 2002
Τα πνευματικά δικαιώματα των περιεχομένων του δικτυακού τόπου είναι ιδιοκτησία του e-ecology.gr και η όποια αντιγραφή ή αξιοποίηση δύναται να γίνεται ύστερα από έγγραφη άδεια του κατόχου ή με αναφορά στην πηγή (e-ecology.gr)