για την Λαμία και την περιοχή της Φθιώτιδας
Καλώς ήρθες ! Login
Πρωτότυπο Θέμα
Φόρουμ Διάφορα 
Θέμα Ποιητικό Ανθολόγιο Νο2 
Συγγραφέας Στέφανος Σταμέλλος 
Ημερ. καταχώρησης 1/7/2005 8:44:12 μμ 
Κείμενο

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

ΜΙΚΡΟΥΛΑ


Έλα μικρούλα, και στ' αχνό
ας πάμε εκείνο το βουνό
να χτίσουμε καλύβι.
Το βλέπεις; Σύγνεφα πολλά
σα γέρο - γίγας κουβαλά
στη ράχη του και σκύβει.

Εκεί τα χιόνια του ο Χιονιάς
μες στην καρδιά της σκοτεινιάς
διπλόχουφτα σωριάζει.

και σαν παλεύουν τα στοιχειά,
πύρινη γλώσσα σα οχιά
ο κεραυνός τινάζει.

Εκεί είναι ο Λύκος που πεινά,
και λάμπει του στα σκοτεινά
το λιμασμένο μάτι...
'Ω, πάμε, ναι. Σαν αλυχτά,
θα μ' αγκαλιάζης πιο σφιχτά
στου πόθου το κρεβάτι.

Γ ΔΡΟΣΙΝΗΣ
ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΝΟΥ

Όλα για σένα τά' κοψα κι έλα, καλή μου, πάρ' τα,
τις αργυρές αγράμπελες και τα χρυσά τα σπάρτα

Ζηλιάρης δράκος ο γκρεμνός τα φύλαγε από μένα
τα πλούτη του τα λιόσπαρτα και τ' αφρογεννημένα

Κι έκανα τον καημό σπαθί, το λογισμό κοντάρι,
και πάτησα και νίκησα τον ακριβό ζηλιάρη

Όλα για σένα τα' κοψα κι έλα, καλή μου, πάρτ' τα,
του δράκου τις αγράμπελες και του γκρεμνού τα σπάρτα

Οδυσσέας Ελύτης
(Μουσική Μίκης Θεοδωράκης)
ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω, Λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω, και τι να πρωτοθυμηθώ
Τη βρύση με τα περιστέρια, των αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ’ αστέρια, και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα, στην άλλη άκρη τ’ ουρανού
Και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα, σαν αδελφή του αυγερινού

Μαρίνα πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα φως του αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
Και κρίνο του καλοκαιριού

Νίκος Γκάτσος
(μουσική Μάνος Χατζιδάκης, τραγούδι Νένα Βενετσάνου)

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
Τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο

Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
Τώρα πετάνε τα αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο παν να δουν διυλιστήριο

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
Τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
Aδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιά κι ελάσματα

Γιώργος Σεφέρης
Λίγο ακόμα

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
τα μάρμαρα να λάμπουν,
να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
λίγο ψηλότερα


Γιώργος Σεφέρης
Κι αν ο αγέρας φυσά

Κι αν ο αγέρας φυσά, δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ' τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά

Κι αν ο αγέρας φυσά, δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ' τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά

Μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πως να πεθάνουν

Κι αν ο αγέρας φυσά, δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ' τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά


Aρης Δικταίος
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Δος μου την ηδονή της ηδονής,
ζωή της ζωής, της μέθης νύχτα, οδύνη
Το ερωτικόν απόσταγμα μου ηδύνει
την υπερφίαλη σκέψη που πονεί
μόνο τη γεύση, αγάπησα μόνο, ώ
πονώ πέρ’ απ’ την αίσθηση του χώρου
της γής, πέρ’ απ’ τα μάκρη αυτά πονώ!
Δε νιώθω, δεν αισθάνομαι καθώς
άνθρωπος, μα αισθάνομαι θεός.
κι ως θεός ζούσα, μεθούσα, πλήρης
από έρωτα και δόξα ομορφιά...
Πάνω σε σουβλερά καρφιά,
σαν ασκητής, έλα και συ να γείρεις,
τον ίλιγγο να δεις, το δέος να δεις,
να φτάσεις στη σιγή και στο κενό να φτάσεις,
κι ως άνθος τον εαυτό σου να μαδείς.
Κι όταν σταθείς στο τελευταίο σκαλί
του έρωτα και του πόνου, ένα φιλί
απ’ την πείρα την τόση να κρατείς:
φιλί άγριο και ζεστό να με δαμάσεις

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Ανάσκαψα όλη τη γη να σε βρω.
Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο· ήξερα
πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες
του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας
μές από τόση διαύγεια τον κόσμο,
μες από σένα - πλησιάζουν τα πράγματα,
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορώ
ν' αρθρώσω την τάξη του σ' ένα μου ποίημα.
Παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω
σ' ευθείες το φως.

ΠΑΡΟΙΜΙΑ

Ότι είναι όμορφο σ' αυτό τον κόσμο
είναι είτε παράνομο, ή ανήθικο,
ή παχυντικό

ΦΤΩΧΗ ΚΑΡΔΙΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣ

Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελλή,
πόχεις πεποίθηση πολλή
στα μαδημένα τα φτερά σου,
είν' ο αγέρας δυνατός
κι ανάλαφρ' η χαρά σου


Κρίτων Αθανασούλης
ΤΑΞΙΔΙ

Κοίταξε πάνω στο κατάστρωμα
τους αδελφούς μας που γέρασαν
σε μια νύχτα.
Μας είπαν πως δεν στοχάστηκαν την παρακμή.
Δεν στοχάστηκαν ένα τέλος
μέσα σε πέλαγος από βάσανα.
Γιατί μέσα στην πολιτεία
είχαν το κρεβάτι της ξεγνοιασιάς,
γιατί μέσα στο φως το πρωινό
έσπερναν τη φθορά και την αγωνία.
'Oσοι δεν έχουν κρεβάτι να κοιμηθούν
ξαγρυπνούν και στοχάζονται.
'Oσοι δεν έχουν ψωμί
έχουν όνειρα.
'Oσοι δεν έχουν φωτιά να ζεσταθούν
έχουν ελπίδες.
Όσοι δεν έχουν ελπίδες και στοχασμούς
πεθαίνουν από έκπληξη
γιατ' είναι σκληρό το κακό που σε βρίσκει
απροετοίμαστο
και δυο φορές σκληρός είναι ο θάνατος
που δεν βρίσκει αντίσταση
ο ερχομός του.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
(Από το Δωδεκάλογο του Γύφτου)

Πού είν' η Αλήθεια; Μην πλανάν εσέ
βαθιονόητα λόγια τάχα·
την πηγή της δεν τη βρίσκεις
μέσα σου, άνθρωπε, μονάχα.
Θα τη βρης παντού στο ταίριασμα
- ω αρραβώνας λυτρωτής! -
της καρδιάς σου και του νου σου
με τα πάντα της ζωής.
Ύψωσε τον τρίτο εσύ Όλυμπο,
βάλε εκεί την Επιστήμη,
μόνη υπάρχει, αγέλαστη είναι!
Ποιο χαμόγελο, ποιο ασήμι,
ποιο χρυσάφι σαν την όψη της;
Γιούχα, Όλυμποι απ' αχνούς!
Η καρδιά το θάμα αν είναι,
της καρδιάς το μάτι ο νους.
(...)
Κι όπως ύστερ' απ' το πάλεμα
τα στοιχεία, κι από τα μίση,
σα ν' αλλάξανε, και γίναν
στεριές, πέλαα, λόγος, χτίση,
έτσι και ύστερα στ' ανθρώπινα,
και στ' ανθρώπου την ψυχή
θα 'ρθη να ριζώση ειρήνη και
γαλήνη θ' απλωθή.
Και θα ζήση ο λόγος, τ' άλογα,
κι άνθρωποι κι αγρίμια, η πλάση,
σαν τ' αγνά και σαν τα ωραία
δέντρα στα μεγάλα δάση.
Μ' εμάς πρώτος τη μελλόμενη
μοίρα υπέρτατη στερνή,
Γύφτε, ζήσε την απάνου
στο προφητικό βιολί.


Μαβίλης Λορέντζος

Φάληρο

Eίχε όλα της τα μάγια η νύχτα· μόνη
εσύ έλειπες. Aργά κινάω να φύγω,
μα ξάφνου στη μπασιά του μπαρ ξανοίγω
αυτοκίνητο να γοργοζυγόνη.

M' ελπίδα σταματάω. Nά το, πλακόνει.
Παραμερίζουν οι άλλοι. ¶σειστος μπήγω
τη ματιά μου στα μάτια σου. ¶λλο λίγο
ακόμα και ο σοφέρ σου με σκοτόνει.

Aρχοντοπούλα μ' άφταστα πρωτάτα,
με των Eφτά νησιών τες χίλιες χάρες,
τετράξανθη ομορφιά γαλανομάτα,

του θανάτου δε μ' έπιασαν τρομάρες ―
γλυκύτατες μ' ελυώσανε λαχτάρες
να συντριφτώ κάτω από εσέ στη στράτα

ΙΘΑΚΗ
Κ. Καβάφης

Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
να εύχεσαι να' ναι μακρύ ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστυγόνας και τους Κύκλωπας,
το θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι.
Τέτοια στο δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,
αν μέν' η σκέψη σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνισις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον Aγριο Ποσειδώνα δε θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι να' ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους.
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
κι ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά.
σε πόλεις Αγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στο νου σου να' χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει.
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλόυσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μην προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτή δε θα 'βγαινες ποτέ στο δρόμο.
Αλλά δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική τη βρει, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

'Αχθος Αρούρης
Γέννησις

'Εξω βαριά, μονότονα κι επίμονα χτυπά η βροχή
στους τσίγκους των καταστημάτων.
Και σα βουβό παράπονο μέσ' στην καρδιά μας αντηχεί
που άγνωστος φόβος της κρατά δεμένη κάθε της πτυχή
κι είναι σπηλιά κακοποιών και βάρβαρων πνευμάτων.

Ανίσχυρο το λογικό -κρίση, συνείδηση και νους-
ζητεί να μάθει την αιτία
που μας κρατάει στην ερμιά του ψυχικού μας αχανούς
που μας κρατάει σκοτεινούς, βασανισμένους, ταπεινούς
γεμάτους ζόφο και νυχτιά και θλίψη και σκοτία.

Τάχατες τ' άλλα πλάσματα, που η σκέψη δεν τα τυραννά
δεν τα βαραίνει σαν κατάρα,
νοιώθουν το ίδιο σαν εμάς τον αδυσώπητο βραχνά
ή τάχα πέφτουν ήσυχα να κοιμηθούν μ' όνειρα αγνά
χωρίς καμμιά τον ύπνο τους να τον ταράζει αντάρα;

Χριστέ, γιατί γεννήθηκες μες στου χειμώνα την καρδιά
και τέτοια δίδαξες θρησκεία;
Προτού να ρθεις εμοιάζαμε ξέγνοιαστα κι άταχτα παιδιά
κι ήταν η ζήση μας απλή, με φως γεμάτη κι ομορφιά
κι απ' την ψυχή μας άγνωστη και ξένη η αμαρτία.

'Ο,τι κι αν κάναμε κακό, ήταν απλό και φυσικό
κι όμοιοι μας ήταν κι οι θεοί μας.
'Ηταν ανθρώπινοι θεοί, με τίποτα το θεϊκό
που μας γελούσαν στοργικά, που συγχωρούσαν το κακό
κι ήτανε πάντα μέσα μας και πάντοτε μαζί μας.

Μα εσύ τους έδιωξες αυτούς, τους πρόσχαρους, τους αφελείς
θεούς, που μας πονούσαν τόσο
και ξέσκισες τους νόμους μας, τους ανθρωπίνους κι ατελείς,
νόμους ωστόσο μιας ζωής, γλυκειάς και διάφανης κι απλής
και μάρανες την ηδονή, την άνοιξη, τη δρόσο.

Από τα βάθη του αχανούς, του ακατανόητου ουρανού
μια φοβερή έφερες εικόνα
ενός ανάλγητου θεού, σκληρού, στυγνού και σκοτεινού
κι είπες πως είν' αμάρτημα και το τραγούδι του πτηνού
και της κοπέλλας τ' όνειρο, κι η μυρουδιά του ανθώνα.

Νόμους εθέσπισες σκληρούς με τη στυγνή σου διδαχή
και σκότωσες την ευτυχία.
Απάρνηση κάθε χαράς, σκοτάδια μέσα στην ψυχή,
κάθε χαμόγελο γλυκό, κάθε χαρούλα μας φτωχή
είναι θανάσιμο κακό και ρύπος κι αμαρτία.

Ποτές δε χάρηκες το φως. Σε θέλγαν πάντα τα κεριά
και των ναών σου το ημίφως.
Οι προσευχές σου ψάλλονται με μια κατάνυξη βαριά.
Δεν χάρισες στον άνθρωπο ούτε μια στάλα λευτεριά
και οι πιστοί σου ήθελες νάχουμε δούλων ήθος.

Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ μες στου χειμώνα την καρδιά
που σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,
για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδυά
κι ερύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιά
με του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία.
(Σάμος, 24.12.1937)

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ
Από τα «ΦΩΤΕΡΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ»


Ώ θαλασσοθεμέλιωτα και ηλιόσκεπα παλάτια,
Χτισμένα από τα σύννεφα της θερινής βραδιάς,

"Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
σε ξένα αναστυλώματα δεμένο
ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο,
μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν' ανεβαίνω.
Δεν θέλω του γιαλού το λαμποφέγγισμα
που δείχνεται άσπρο με του ήλιου τη χάρη
θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου
κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι"

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Χωρίς χρώμα, χωρίς σώμα
τούτη η αγάπη πού πηγαίνει
σκορπισμένη, μαζεμένη
σκορπισμένη πάλι-πάλι,
κι όμως σφύζει κι όμως πάλλει
στη δαγκωματιά του μήλου
στη χαραγματιά του σύκου
σ' ένα βυσσινί κεράσι
σε μια ρώγα από ροδίτη
τόση ανάερη Αφροδίτη,
θα διψάσει θα κεράσει
ένα στόμα κι άλλο στόμα
χωρίς χρώμα, χωρίς σώμα"

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ
Θρήνος

Εις το ρεύμα της ζωής μου
διατί να σ' απαντήσω;
Δι' εμέ αφού δεν ήσο,
διατί να σε ιδώ;
Και με έκανες απαύστως
στεναγμούς να αναπνέω,
και γελάς, διότι κλαίω
δι' εσέ και θρηνωδώ.

Πάσχω να σε αποφύγω,
προσπαθώ να σε μισήσω,
και μακράν μακράν να ζήσω
από σε, σκληρά ψυχή.
Να σωθώ προτού με θάψει
η ανεύσπλαχνός σου γνώμη,
πλην, αχάριστη, ακόμη
η ψυχή μου σε ποθεί.

Απ' εμέ το βλέμμα στρέφεις,
φεύγεις, κρύπτεσαι, μ' αρνείσαι,
αλλ' εδώ εντός μου είσαι,
αιθερόπλαστος μορφή.
Συ και μόνη κυριεύεις
την οδύνην, την χαρά μου,
συ την τύχην μου, το παν μου
και αυτήν μου την ζωήν.

Εις τον κήπον σου οπόταν
μοναχή τα άνθη λούεις,
και του ρύακος ακούεις
τον γλυκύν μουρμουρισμόν,
φέρε φέρε καν εις μνήμην
ένα φίλον της ψυχής σου
και, σκληρά, αναλογίσου
μια στιγμή το παρελθόν

Μαρία Πολυδούρη
Κοντά σου

Κοντά σου δεν έχουν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κ' αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι' ανύποπτα περνά μέσ' στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι' όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ' ένα μεγάλον ίσκιο
το χρώμα της αυγής το αισθάνομαι στα δάχτυλά σου.
Ξέχασε το ψέμα που σε βοήθησε να ζήσεις
γύμνωσε τα πόδια σου, γύμνωσε τα μάτια σου,
μας μένουν λίγα πράγματα όταν γυμνωθούμε
αλλά τα βλέπουμε στο τέλος πιστά.
Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ' ένα μονοπάτι,
τ' αυλάκια χαλασμένα δεξιά κι αριστερά, στην άκρη
το σπίτι με γυαλιά που το χτυπάει ο ήλιος, άδειο.
Σκέφτηκα τα δάχτυλά σου να χτυπούν τα τζάμια
σκέφτηκα την καρδιά σου να χτυπά πίσω απ' τα τζάμια
και πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν έναν άνθρωπο
που δεν τα ξεπερνά.
Δεν ξέρεις τίποτα γιατί κοίταξες τον ήλιο.
Το αίμα σου στάλαξε στα μαύρα φύλλα της δάφνης
τ' αηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στο φεγγάρι
και στο ποτάμι το 'συρα κι έβαψε το ποτάμι.
Συλλογίζομαι, όταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τις φλέβες μου και το μυστήριο των χεριών σου που οδηγούν
κατεβαίνοντας προσεχτικά σκαλοπάτι το σκαλοπάτι.
Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ' έναν μεγάλο κήπο

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ
Δίστιχα

Τον έρωτ' απεφάσισα να μην αναγνωρίσω
να κλείσω την καρδίαν μου και να την θωρακίσω.

Αν ημπορείς φρονίμευσε και όταν φρονιμεύσεις,
δεν θα σοι είν' αδύνατον φιλίαν να μ' εμπνεύσεις.

Της χάριτος ανώτερος βαθμός δεν είναι άλλος,
παρ' όταν η αφέλεια επικοσμεί το κάλλος.

Μικρόν πως είχα ήλπιζα εις την ψυχήν σου τόπον,
συ δ' αγνοείς κι' εις την σειράν αν είμαι των ανθρώπων.

Εγνώρισες το σφάλμα σου αν δεν το αποπλύνεις,
ειδέ του κόσμου όνειδος και παίγνιον μη γίνεις.

Αν εμισήσω σφάλμα σου και όχι άλλου ήτον,
οποίαι είν' αι πράξεις μας τοιούτοι κι' οι καρποί των.

Ω άφες την ειρήνην μου και μη την συνταράττεις,
δεν είναι η καρδία μου δια να την σπαράττεις



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΦΥΓΗ

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος
Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

"Είπες εδώ και χρόνια:
"Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός".
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως


Μάνος Χατζιδάκης
Έκτορας κι Ανδρομάχη


Από το Τρωικό κάστρο η Ανδρομάχη
στον Έκτορα που κίναγε στη μάχη
φώναξε με φωνή φαρμακωμένη
Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει
όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει
στρατιώτη μου, για πόλεμο δεν κάνει
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει
στρατιώτη μου, για πόλεμο δεν κάνει

Έτσι και μένα η κόρη του Γαβρίλη
σαν έφευγα στις είκοσι τ’ Απρίλη
μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι

Στρατιώτη, αν θες τη μάχη να κερδίσεις
μια κοπελίτσα κοίτα ν’ αγαπήσεις
Όποιος στο γυρισμό του όρκο δεν κάνει
στρατιώτη μου, τον πόλεμο τον χάνει

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΡΟΥΜΕΛΗ

Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν' αγνάντευα το λαχταρώ
ψηλά που με νανούριζες καημένο Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν σε βρύσες με το κρύο νερό
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.

Με κρουσταλένια σφυριχτά, σε λόγκους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσια κι ορθά, σαν την ψυχή της Ρούμελης, τα ελάτια....

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΑΔΙΑΣ
ΓΥΝΑΙΚΑ


Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δεν με ορίζει

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο
διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΟΥΛΕΝΤΙΑΝΟΣ
ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΜΕΡΑ


Η νύχτα πλησιάζει
κι είναι πολλά που θα 'θελα
πολλά που δεν μ' αφήσανε
ή δεν τόλμησα
να κάνω....
Η νύχτα πλησιάζει...
Πάντα μου λάτρεψα τη μέρα
το φως του ήλιου
το πρωινό χαμόγελο
του γαλατά στο δρόμο.
Νύχτα και μέρα.
Μήπως, λέω, μήπως
είναι το ίδιο πράγμα
δύο όψεις του νομίσματος
που κρύβαμε στην τσέπη;
Τί ωφελεί να το γνωρίζεις;
Κουτή κι ανώφελη φιλοσοφία.
Μόνη αλήθεια : εκείνο το κορίτσι
με τα χυμμένα στήθη
που προχωρούσε κουνιστό...
ΕΓΩ
Αυτός είμαι:
Δυο μάτια
Δυο χέρια
Μια ψυχή αιώνια διψασμένη
Σ' όποιον αρέσω...


Σάββας Γαβριηλίδης
ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΩ;


Κι αν ακόμη γινόταν να ταξιδέψω
στα τρίσβαθα του μυαλού σου,
κι αν ήταν βολετό να εξηγήσω
κάτι απ' τις απόκρυφες σκέψεις σου,
θα 'πρεπε για να σε γνωρίσω
να προσεγγίσω την ψυχή σου.
Που όμως να ψάξω να τη βρω;
Πώς να ξεπεράσω αυτό το μυστήριο;
θα μείνουμε άγνωστοι, ανήμποροι,
με μόνη βοήθεια κάποια σημάδια,
που γρήγορα κι αυτά θα ξεθωριάσουν.



Στίχοι:
Σούσης Αδάμ
συνθέτης - τραγούδι:
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

Σ' όλα τα άλλα δημοκράτης, ήπιος και ανεκτικός
μα στον έρωτα αντάρτης και σκληροπυρηνικός
Ο πλουραλισμός δουλεύει μόνο στη δημοκρατία
ο έρωτας ο προλετάριος δε σηκώνει αποστασία

Στην αγάπη είμαι κνίτης, και να μου τη διαδηλώνεις
Να 'χεις τη γροθιά σφιγμένη, όταν πρόκειται για μας

Κάθε χάδι σαν τσιτάτο θέλω να τ' αφομοιώνεις
και Σταλινικιά να είσαι σε ζητήματα καρδιάς

Στα συντάγματα οι διατάξεις θέλουν εκσυγχρονισμό
μα στον έρωτα ό,τι αλλάξεις, πάντα φέρνει διχασμό
Για το αίσθημα δουλεύω έξτρα και υπερωρία
Μα αν δε δώσεις ό,τι παίρνεις, θα σε στείλω εξορία


Μελαχρινός Aπόστολος
Έξαρση [II]


Kρατιέμαι από γενιά δρακόντεια,
που από μια χώρα κίνησε υπερπόντια
κι έχω ακατάλυτα: νύχια, μαλλιά και δόντια.

H όψη μου φαντάζει λεονταρίσια,
τ' αδρό κορμί μου συνερίζεται τα κυπαρίσσια,
κι αλύγιστος, τραβώ το δρόμο ίσια.

Kαι των θεών ο αγαπημένος σάμπως
που είμαι, θα σβήσω μες σε θάμπος
από άρωμα κι από αρμονία κι από λάμπος.

Σε μια σάλα που θα μεθάν οι πολυελαίοι
και τα όνειρά μου η μουσική θα λέει,
κάποια βραδιά θε να βρεθούμε, ωραίοι.

M' ένα ζευγάρι στα μαλλιά σου ρόδα,
θε να χορεύεις λύγερη κι αλαφροπόδα.
Θα πέσει το 'να σου άνθος (κι όπως σε ύπνο το 'δα,

πόθρεφα τα όνειρά μου σαν τον πελεκάνο)
για να το πάρω θε να σκύψω επάνω
στο μοσκοβόλημα ενός ρόδου, να πεθάνω.


Aμα σε λέγαν Βάσω
Στίχοι /μουσική Νικόλας Aσιμος

Aμα σε λέγαν Βάσω θα ήταν μια χαρά
Κι αν ήμουν ο Πικάσο θα σε ζωγράφιζα.

Αν ήμουνα η Τζέην και ήσουν ο Ταρζάν
Απ’ το Ελ-Αλαμέιν θα ‘ρχόσουν στο Σουδάν.

Aμα σε λέγαν, κι αν ήσουν, κι αν ήμουν
Και τζιντζι-μιντζι-χοντζιριά...

Αν ήσουν Μαγγελάνος και ήμουνα νησί
Αν ήμουν Ινδιάνος και ήσουνα στενή.

Αν ήμουν ο Γαλάκος και ήσουν ο Μπουμπλής
Να σου ‘κανα μια τρίπλα και άιντε να με βρεις.

Πάρε μια ρέα (;) και κούκου νιάου ρέα
Να είχες και κεραία...

Εάν ο κόσμος είναι εύγευστη σούπα
Το μεζεδάκι είμαι εγώ μέσα
Το μυστικό μου θα το μάθω ίσως
Εάν και όταν φαγωθώ...

Αν ήμουνα αρλούμπα κι εσύ παραμυθάς
Να σου ‘κανα μια τούμπα κι εσύ να μου γελάς.

Αν ήμουν ο θεούλης και ήσουν ο Χριστός
Θα ήμουνα πατέρας κι εσύ θα ήσουν γιος!

Aμα και άμα και θα και άμα
Και να το θάμα...

Σαν περπατάς σ’ αυτούς τους δρόμους να προσέχεις
Να μην πατήσεις τη σκιά σου
Εκτός εάν και τούτη δεν την βλέπεις
Οπότε πας και στη δουλειά σου!!

Αν ήμουνα τραγούδι κι εσύ ο στιχουργός
Θα χόρευε τ’ αρκούδι και ο δημιουργός.

Αν ήσουνα ο Βούδας κι εγώ οροσειρά
Θα είχα τη νιρβάνα πιασμένη απ’ την ουρά. Να!


ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
μουσική Μάνου Χατζιδάκη

ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

Θα φέρει η θάλασσα πουλιά
κι άστρα χρυσά τ’ αγέρι
Να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά
να σου φιλούν το χέρι

Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά
Αν με πίστευες λιγάκι, θα ’ταν όλα αληθινά
Δίχως τη δική σου αγάπη γρήγορα περνά ο καιρός
Δίχως τη δική σου αγάπη είναι ο κόσμος πιο μικρός

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ
Κλείσε τα παράθυρα


Κλείσε τα παράθυρα μη βλέπουν οι γειτόνοι,
και την πόρτα σφάλισε και σβήσε το κερί.
Η αγκαλιά μου επύρωσε σαν το κερί και λιώνει,
για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί.

Κλείσε μη μας βλέπουνε λοξά οι ματιές του κόσμου,
δώσ' μου το χειλάκι σου, πούναι απαλό, νωπό.
Έχω κάτι ολόγλυκο για σένα απόψε, φως μου,
έχω κάτι ολόγλυκο σα μέλι να σου πω.

Έλα πέσε απάνω μου και μην κοιτάς με τρόμο.
Το κερί μας έσβησε, δεν μας θωρεί κανείς.
Ξέχασε πως βρίσκονται κι άλλες ψυχές στο δρόμο,
κι άσε να κυλήσουμε σε πέλαγα ηδονής.

Έλα, ως τα μεσάνυχτα θα σε φιλώ στο στόμα,
έλα, κι είναι οι πόθοι μου τρελοί, τόσο τρελοί,
που το γλυκοχάραμα θα μας προλάβει ακόμα
στο πρώτο μας αγκάλιασμα, στο πρώτο μας φιλί.

Κι όταν σε ρωτήσουνε τη χαραυγή οι γειτόνοι,
για ποιο λόγο σφάλισες, αχ! πες τους, να χαρείς,
πες τους πως στην κάμαρα φοβάσαι άμα νυχτώνει,
κι έπεσες και πλάγιασες νωρίς, τ' ακούς; νωρίς


Μαρία Πολυδούρη
Γιατί μ' αγάπησες


Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ' έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.
Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.
Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες
και μου άπλωσες τα χέρια
κ' είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα
- μια αγάπη πλέρια,
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι' αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα,
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ' έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες.

Καβάφης Κ.Π.
Προς τας Kυρίας

Sigh no more, ladies, sigh no more,
Μen were deceivers ever, etc. etc.
SΗAΚΕSPΕARΕ


Κυρίαι, μη εις στεναγμούς
περνάτε τον καιρόν·
δόλιον είναι σμήνος το γένος των ανδρών.
Επί της γης ο εις των πους,
κι’ ο άλλος στο νερόν,
επιμονήν δεν δείχνουν εις έργον ή σκοπόν.
Μη στενάζετε, λοιπόν,
μη πενθήτε διά λεπτόν,
ίνα ευτυχισμέναι ήσθε, ζήσετε μακράν αυτών!

Μη πλέον, θλιβερά φωνή,
των πενθηρών ωδών
ψάλλετε τα παράπονα στα ώτα των κωφών·
η πλάνη των διαγωγή
είναι αρχαίον κακόν
ωσάν το πρώτον θέρος ’που εφάνη ανθηρόν.
Μη στενάζετε, λοιπόν,
μη πενθήτε διά λεπτό,
ίνα ευτυχισμέναι ήσθε, ζήσετε μακράν αυτών!


Αργύρης Εφταλιώτης
ΠΑΤΙΝΑΔΑ


Τώρα που η νύχτα πύκνωσε και γέρνει το φεγγάρι
που ένα αγόρι ξαγρυπνάει για το χατήρι σου,
που το σκοτάδι η γης φορεί κι ο ουρανός τη χάρη,
έβγα φεγγαροπρόσωπη στο παραθύρι σου.
Έβγα και γλυκοπότισε λουλούδια μαραμένα,
κι αν έχεις στάλα πονεσιά μες την καρδούλα σου,
λυπήσου με, και δόστηνα σε χείλη διψασμένα,
ν' αναστηθώ σα λούλουδο με τη δροσούλα σου.
Η θάλασσα τη γης φιλάει και τις ιτιές τ' αγέρι,
κι εγώ μονάχα δε φιλώ τα δυο χειλάκια σου,
με χίλια αστέρια ο ουρανός, κι εγώ χωρίς αστέρι,
σκοτάδι η γης, κι εγώ χωρίς τα δυο ματάκια σου!
Κατέβα και περπάτησε, νεράιδα μες τα σκότη,
και μίλησέ μου να θαρρώ πως αναστήθηκα,
πές μου τα λόγια τα γλυκά που πρωτολέει η νιότη,
κι ας αποθάνω ακούγοντας πως αγαπήθηκα.


ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΛΥΒΙΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ


Αχ, σιχαμένε! έβαλες τον κόσμον εις το χέρι!
Για σένα κάθε σούσουρο και κάθε νταραβέρι'
συ έκανες τη βρωμογή μ΄αυτήν την προκοπή της
να γίνη ο χειρότερος του ουρανού πλανήτης.

Και όμως σούστησαν βωμούς σ΄όλους σχεδόν τους τόπους
όλα αυτά τα ξόανα όπου τα λεν ανθρώπους,
και αλληλοσκοτώνουνται για χάρη σου σα βόδια,
αντί να σε μουτζώνουνε με χέρια και με πόδια!

Συ άναψες πυρκαϊές σ΄όλα της γης τα πέρατα'
συ έκανες και φθήνηναν πολύ τα ξυλοκέρατα'
συ κάνεις το αφεντικό να χάνη το σκυλί του'
συ δεν αφήνεις κόκορα να στέκη στην αυλή του'

συ και τις κότες έκανες τ΄αυγά τους να σκορπίζουνε
κι αλλού να τρέχουν να γενούν κι αλλού να κακαρίζουνε.
Για σένα παίρνουν τα μυαλά των γυναικών αέρα
και χάνεται σιγά σιγά η ράτσα του πατέρα'

για σένα φεύγει το παιδί από την παραμάνα του
και χάν΄ η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα του'
για σένα πάει το σταμνί πολλές φορές στη βρύση,
κι από το σύρε κι έλα του ξεχνάει να γυρίση'

για σένα τρέχει το νερό κι απέξω από τα’ αυλάκι του
και κύλα-κύλα ο τέντζερης πηγαίνει στο καπάκι του.


ΟΛΑΡΙΑ ΟΛΑΡΑ
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΟΠΟΥΛΟΣ


Ολαρί - α, ο λα ρά, χιόνι πέφτει από ψηλά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας, το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά

Ολαρία - ολαρά, μαύρο τύμπανο χτυπά
τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια, τ’ αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά
βρικολάκιασαν σε τούτα τα στιχάκια, έλα μέσα και μίλα πιο σιγά

Ολαρία - ολαρά, δάγκωσε με πιο βαθιά
Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά
διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά

Ολαρία - ολαρά, με σουραύλια και βιολιά
θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, θα ‘ναι όλη η παλιά μας συντροφιά
και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι και την πιο πικρή γουλιά

Ολαρία - ολαρά, γύρω - γύρω τα παιδιά
ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά

Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα
και το χιόνι πέφτει από ψηλά
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά


Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι.

Παππάς Λάκης
Μουσική Χατζιδάκις Μάνος
Στίχοι:Καμπανέλλης Ιάκωβος


Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι
να γενεί νερό να ξεδιψάσεις
Σπέρνω την καρδιά μου στο λιβάδι
να γενεί ψωμάκι να χορτάσεις

Στη φωτιά τη ρίχνω την καρδιά μου
τα χεράκια σου έλα να ζεστάνεις
Στον αγέρα ρίχνω την καρδιά μου
να γενεί δροσούλα ν’ ανασάνεις

ΝΑΖΙΜ ΚΙΧΜΕΤ
Επιστολές και ποιήματα
(1942-1946)

Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή
που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.
Το πιο όμορφο παιδί
δε μεγάλωσε ακόμα.

Τις πιο όμορφες μέρες
τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις ζήσαμε ακόμα
κι αχ ό,τι πιο όμορφο θα 'θελα να σου πω
δε στο 'πα ακόμα


Γιώργος Αθάνας
Νοσταλγίες


Φέρε με πάλι στους παληούς καιρούς,
καρδιά νοσταλγική,
κι άσε με εκεί μονάχο
σα ναυαγό που πρόφτασε
την ώρα πόλαμψε η αστραπή
κι' αρπάχτηκε στο βράχο.
Δύστυχη ανθρώπινη καρδιά,
ποτέ δε θα ευχαριστηθείς!
Ενώ ευτυχείς περίσσια
στα ολάνθιστά σου τωρινά -
των περασμένων σου ποθείς
τ' άνανθα ξερονήσια


Κωστής Παλαμάς
Η Αγάπη μας...


Η Αγάπη μας παιδούλα στα χρόνια.
Του πάθους μας ακόμα δεν είδαν την τρεμούλα τ' αηδόνια.
Η Αγάπη μας, παιδούλα… μα να, στο πρόσωπό της
ούτε η δροσούλα της αυγής, ούτε η χαρά της νιότης.
Σαν να 'χουνε την όψη της αιώνες οργωμένη.
Κάτι άναρχο κι ατέλειωτο στο πρόσωπό της μένει.

Κωστής Παλαμάς
Ηδονισμός


Από τραγούδια έν' άυλο κομπολόι
Σ' εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω.
Με τα τραγούδια εγώ θα σε λιγώσω
Και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.
Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω
Να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιού σου την δροσάτη χλόη
Με το χέρι θρασά θα την πυρώσω.
Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
Που κοιμίζει θα φέρω στάλα στάλα,
Μ' όλο μου το κορμί να σε ποτίσω
Και στα πόδια σου τα' ασπροσκαλισμένα,
Δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
Στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.


Γιώργος Σεφέρης
Aνθη της πέτρας


Aνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ' αργό ψιχάλισμα

Aνθη της πέτρας φυσιογνωμίες που ήρθαν
όταν κανένας δεν μιλούσε και μου μίλησαν
που μ' άφησαν να τις αγγίξω ύστερα από την σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια


Κεμάλ (από Δ Παπακωνσταντίνου)

(Νίκος Γκάτσος/ Μάνος Χατζηδάκης)

Στης ανατολής τα μέρη μια φορά κι έναν καιρό
Ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό.
Στη Μοσούλη, στη Βασόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
Πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά
Μα ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική αγρικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά κει.
Τον ακούν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
Κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει πως θα αλλάξουν οι καιροί

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
Ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
Απ τον Τίγρη στον Ευφράτη κι απ τη γη στον ουρανό
Κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη σαν ακράτητα σκυλιά Και τον πάνε στο Χαλίφη να του βάλει τη θηλιά
Μαύρο μέλι, μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
Πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δυο γέρικες γκαμήλες κι ένα κόκκινο φαρί
Στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί
Πάνε τώρα χέρι-χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
Μα της Δαμασκού τα αστέρι τους κρατούσε συντροφιά
Σ ένα μήνα, σ΄ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
Που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ

Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί
Με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί

... Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θ αλλάξει ποτέ...


Για την Ελένη
Στίχοι: Μπουρμπούλης Μιχάλης
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
ποιος πήρε την Ελένη
μα εκείνη μόνη στο σχολειό
τον Πάρι περιμένει

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
Ποιον αγαπά η Ελένη
είναι στη Σπάρτη, στα νησιά
Στη Τροία παντρεμένη

Με ρωτούν για την Ελένη
Αχ Ελένη
Που ‘ναι εικόνα δακρυσμένη

Αχ Ελένη
Μα εγώ δεν απαντώ
Την καρδιά μου τη σφραγίζω
Και την πίκρα μου κεντώ

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
Που θα βρεθεί η Ελένη
Σα ζωγραφιά στην εκκλησιά
ή σαν κερί αναμμένη

Είκοσι χρόνια με ρωτάς
Που θάψαν την Ελένη
Μπορεί στο ¶ργος, στους αγρούς
Μπορεί στην οικουμένη


Σεφέρης Γιώργος
Θεοδωράκης Μίκης

Κράτησα τη ζωή μου

Κράτησα τη ζωή μου
ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα
κατά το πλάγιασμα της βροχής

Σε σιωπηλές πλαγιές
φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στην κορυφή τους
Βραδιάζει....


Νίκος Γκάτσος
ΑΜΟΡΓΟΣ

[.....]
Πόσο πολύ σ' αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη το φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους Πάνου στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγκανοπήγαδο σκουριασμένο βογκάει
Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες. [.....]
Νίκος Γκάτσος

ΕΙΡHΝΗ
(απόσπασμα)
του Γιάννη Ρίτσου
(1909 - 1990)


Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
'Οταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους πούσκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές πούκαψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της
μπουμπούκια η ελπίδα
κ' οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως
παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.



ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον, όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω, μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν. ΠΙΝΔΑΡΟΣ Α' Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί. Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός. Β' Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια... Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί... Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή! Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού, να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού... Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη, σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό, μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό. Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. Γ' Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα! Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς. Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί. Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή: "Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι. Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια. Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος. Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..." Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού. Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού. ...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς... Δ' Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών, για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων. Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή. Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές... Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή. Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή. Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια (Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς) μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς. Ε' Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός; Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός; Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας τρικύμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός. Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30
ΜΠΕΡΤΟΛ ΜΠΡΕΧΤ

Το κομμένο σκοινί

Το κομμένο σκοινί
Μπορείς να το ξαναδέσεις.
Θα κρατήσει πάλι, ωστόσο
Θα 'ναι κομμένο.
Ίσως πάλι ν' ανταμώσουμε,
Μα εκεί που μ' άφησες
Δεν πρόκειται ποτέ
Να με ξαναβρείς


Κ. ΟΥΡΑΝΗΣ

Περαστικές

Γυναίκες που σας είδα σ' ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη'
γυναίκες που σας είδα σ' άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο'
γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
στο κενό μ' ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ'ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην αναμνησή μου,
γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ ' τη ζωή μου μέσα -και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

Γιάννης ΣκαρίμπαςΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κεράαπόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νεράκι από τα δάσα. Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρικαι θα μυρίζει ήλιο και βροχήκαι νειό φεγγάρι . . . Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,και να, μαζί σου κιόλας αρχινώχρυσή κουβέντα: . . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνεικαπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπάπρος τη Σελήνη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσήκι εσύ με μένα. Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,που άκουγα διπλά τα βήματα μου!Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;κι εσύ κοντά μου . . .


ΡΩΤΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΝΑΚΙ

Δώδεκ΄ αγόρια του σκολειού
κι η Χριστινιώ μια τάξη,
μη βρέξει και μη στάξει.

Τ΄ αγόρια τ΄ ορκιστήκανε
στην παληκαροσύνη
να κλέψουν τη Χριστίνη.

Βαρκούλα αρματώνουνε
με σταυρωτό πανάκι-
Χριστίνα-Χριστινάκι.

Ποιός είδε πετροπέρδικα
να παίζει με γεράκια
στο πλάι στα θυμαράκια;

Ποιός είδε την ξανθόμαλλη
γελούσα και πανώρια
να παίζει με τ΄αγόρια;

Έμπα, καλή, στη βάρκα μας
να πάμε και να ΄ρθούμε
τραγούδι που θα ειπούμε!

Τ΄ αστέρια τρεμουλιάζουνε
στου ζέφυρου το χάδι
τ’ όμορφο τούτο βράδυ.

Σπαρμένο χρυσολούλουδα
το πέλαγο λιβάδι
τ΄όμορφο τούτο βράδυ.

¶λλοι ταιριάζουν τα πανιά
κι άλλοι κουπί τραβούνε,
Χριστίνα,ο νους σου πού ΄ναι;

Το Χριστινάκι τραγουδεί
της βάρκας κυβερνήτης,
γλυκειά που ΄ν΄η φωνή της!

Και λέει τραγούδι του έρωτα
και για τον πόθο λέει,
για το φιλί που καίει'

κι η βάρκα εποθοφτέρωσε
κι ορθοπηδάει το κύμα
τραβώντας όλο πρίμα.

Γέλια,τραγούδια εσώπασαν,
τ΄αγόρια συμπαλεύουν,
μοχτούν,φιλί γυρεύουν.

Χουγιάζει ο αέρας για φιλί,
βγάζουν καημούς και πάθη
της θάλασσας τα βάθη.

Κανείς δεν είναι στο κουπί,
κανείς και στο τιμόνι,
λαχτάρα που τους ζώνει!

Για το φιλί της Χριστινιώς
χυμάν με χίλια χέρια
νερά,βουνά κι αστέρια.

Κι η βάρκα η ποθοπλάνταχτη
πάει στων νερών τα βάθη
με του έρωτα τα πάθη.

Κι εκεί σαλεύουν τα παιδιά,
ψάχνουν να βρουν ακόμα
της Χριστινιώς το στόμα.

Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά,
τους νιούς,τους μαθητάδες,
τις δώδεκα μανάδες,

μον΄κλαίω τα μάτια τα γλαρά,
το λυγερό κορμάκι,
τ΄αγρίμι,το ελαφάκι,

που ήτανε δώδεκα χρονών,
-Παρθένα Παναγιά μου,
-κι έλαμπε η γειτονιά μου.

ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ
Στη μέση ενός μικρού σπιτιού που 'χω νοικιάσει
το γέλιο ενός μωρού παιδιού μ' έχει αγκαλιάσει
Τα ζήτησα όλα απ' τη ζωή μου
τα πλήρωσα με την ψυχή μου
να' χει ένα τόπο η καρδιά πριν να γεράσει
Έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
είναι αλλιώτικη η σιωπή χωρίς παρέα
Δε νιώθω θλίψη μα μου 'χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία
Δε νιώθω θλίψη μα μου 'χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου που τα 'κανε όλα ωραία
Είναι σκληρό για μια γυναίκα να 'ναι μόνη
στο λεω τώρα που η αλήθεια δε θυμώνει
Όση και να 'ναι η δύναμη μου
θέλω έναν άνθρωπο μαζί μου
Η μοναξιά στήνει παγίδες και πληγώνει
Έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
είναι αλλιώτικη η σιωπή χωρίς παρέα
Δε νιώθω θλίψη μα μου 'χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία
Δε νιώθω θλίψη μα μου 'χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου που τα 'κανε όλα ωραία
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ
ΧΑΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Αχ, και να γύριζαν, νά' ρχονταν πίσω
τα χρόνια που έζησα πριν σ' αγαπήσω!
Χρόνια αμνημόνευτα σα να ΄ταν ξένα
τα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα.

Ποτάμι που έτρεξε μες σε λιθάρια
και δεν επότισε μηδέ χορτάρια,
κι΄ η γη το ρούφηξε στ΄άφωτα βάθη
κι΄ ως και τ΄ αχνάρι του για πάντα εχάθη.

Αχ, και να γύριζαν να διπλοζήσω,
αγάπη αδιάκοπη να σου χαρίσω,
και νά ΄σαι η πρώτη μου, εσύ η στερνή μου,
από τη γέννα μου κι΄ως τη θανή μου.

Μισή σου χάρισα ζωή μονάχα.
Ζωές αμέτρητες ήθελα νά΄ χα,
έτσι όπως πρέπει σου να σ΄ αγαπήσω.
Αχ, και να γύριζαν τα χρόνια πίσω!



ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ 28.02.05
ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΙΑ

Δεν είσαι η μια. Είσαι ο καημός
με τα περίσσια πρόσωπα.
Είσαι η αγάπη η βοριανή, που ανθίζεις σαν το χιόνι,
μ' έν' άστρο στη ματιά σου θαλασσί.
Είσαι η αγάπη, το ζεστό γαρούφαλο του Νότου,
που υψώνει φλόγα τον ανασασμό του.
Είσαι η αγάπη της δειλής παιδούλας, η ακριβή,
κι είσαι η αγάπη η φθινοπωρινή,
στοργή γεμάτη σιγαλοπερπάτητη.
Είσαι κι η πρώτη αγάπη κι η στερνή,
κι η αφίλητη, ανυμέναιη κι η πολυφιλιμένη,
μα πάντα η μια, κι η ατελεύτητη, κι η ακοίμητη -
ο έρωτας, που δεν το μπορεί
άλλο να μάθει απ' το δικό σου τ' όνομα, Ελένη!


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ 01.03.05
Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ
'Eχω τρεις κόσμους. Μια θάλασσα, έναν
ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρεις, να σας έλεγα
πού φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ο ουρανός, υποψιάζομαι. Για τον πράσινο κήπο μου,
μη με ρωτήσετε.
Μαρία Πολυδούρη

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
Στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
Και σε βροχή, σε χιόνια,
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
Μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
Μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
Κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
Με την ψυχή στο βλέμμα,
Περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
Της ύπαρξης μου στέμμα,
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη
στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μόνο γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
Έζησα, να πληθαίνω
Τα ονείρατα σου, ωραίε, που βασίλεψες
Κι έτσι γλυκά πεθαίνω
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.


Κ. Καρυωτάκης
Μεσ' απο το βάθος των καλών καιρών,
oι αγάπες μας πικρά μας χαιρετάνε.
Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες
Κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
Που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, ας κλαις

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
-πόσος καιρός! Τα χάϊδεψες μια νύχτα -
και σαν ν' ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά,

θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω,
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια μου κρεμούν - ήλιοι χλωμοί -
το φως στο χιόνι της καρδιάς και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες,
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...

Τα γράμματά σου τα 'χω, Αγάπη πρώτη,
σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.
Τα γράμματά σου πνέουνε τη νιότη
κι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.

Τα γράμματά σου, πόσα μου μιλούνε
με τις στραβές γραμμές και τα λαθάκια!
Τρέμουν, γελάνε, κλαίνε, ανιστορούνε
παιχνίδισμα τη ζούλια και την κάκια...

Το μύρο στους φακέλους που είχες ραντίσει,
του Καιρού δεν το σβήσανε τα χνότα.
Παρόμοια ας ήταν να μην είχε σβήσει
η απονιά σου τα ονείρατα τα πρώτα!

Τα γράμματά σου πάνε, Αγάπη μόνη,
βάρκες λευκές, τη σκέψη μου εκεί κάτου.
Τα γράμματά σου τάφοι• δεν τελειώνει
απάνω τους η λέξη του Θανάτου.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

… έτσι κυλούσε η μνήμη μου βαθειά μες στην ψυχή μου
Κάτω από τα εφήμερα τα γεγονότα
Τα παιδικά και νεανικά μου χρόνια
Τα παραδείσια χρόνια
Τα χρόνια της Εδέμ

Και ήταν ως να συνέβαιναν τα πάντα πάλι τώρα
Διότι όπως κι η αίσθησις και η μνήμη είναι ποτάμι
Είναι μεγάλος ποταμός
Που όλα τα ενώνει, όλα τα δένει στη ροή του
Σε αδιάπτωτη συνέχεια
Σε αδιάπτωτη αλληλουχία
Απ΄ την πηγή στην εκβολή.

Ολόκληρη βλέπουμε προς τα πίσω τη ζωή μας
Σαν όραμα μονοκόμματο να ξετυλίγεται προς την πηγή
Σε μια προσπάθεια απεγνωσμένη
Να ξαναζήσουμε Θεέμου
Απ΄ την αρχή

Αφήνοντας ελεύθερη τη μνήμη
Σε άλλες στιγμές τη φαντασία
Και σε άλλες σε μια πλήρη επιμειξία
Τις δυο μαζί.


Ο τόπος μας είναι κλειστός

Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος

Ο τόπος μας είναι κλειστός,
όλο βουνά που έχουν σκεπή
το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε
πηγάδια, δεν έχουμε πηγές.
Μονάχα λίγες στέρνες,
άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.

Ήχος στεκάμενος, κούφιος,
ίδιος με τη μοναξιά μας,
ίδιος με την αγάπη μας,
ίδιος με τα σώματά μας.

Μας φαίνεται παράξενο
που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε τα σπίτια,
τα καλύβια και τις στάνες μας.

Και οι γάμοι μας, τα δροσερά
στεφάνια και τα δάχτυλα,
γίνουνται αινίγματα
ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν,
πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε
πηγάδια, δεν έχουμε πηγές.
Μονάχα λίγες στέρνες,
άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.

Ο τόπος μας είναι κλειστός.
Τον κλείνουν οι δυο μαύρες
Συμπληγάδες.

Στα λιμάνια την Κυριακή σαν
κατεβούμε ν' ανασάνουμε,
βλέπουμε να φωτίζουνται στο
ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα,
απο ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια
πώς ν' αγαπήσουν.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’ έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’ αλλού φερμένο
Δέν τ’ αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Είναι ορισμένοι στίχοι

Είναι ορισμένοι στίχοι-κάποτε ολόκληρα ποιήματα-
που μήτε εγώ δεν ξέρω τι σημαίνουν. Αυτό που δεν ξέρω
ακόμη με κρατάει. Κι εσύ έχεις δίκιο να ρωτάς.
Μη με ρωτάς.
Δεν ξέρω σου λέω.
Δυο παράλληλα φώτα απ' το ίδιο κέντρο. Ο ήχος του νερού
που πέφτει τον χειμώνα, απ' το ξεχειλισμένο λούκι
ή ο ήχος μιας σταγόνας καθώς πέφτει
από 'να τριαντάφυλλο στον ποτισμένο κήπο
αργά-αργά ένα ανοιξιάτικο απόβραδο
σαν τον λυγμό ενός πουλιού. Δεν ξέρω
τι σημαίνει αυτός ο ήχος-ωστόσο εγώ τον παραδέχομαι.
Τ' άλλα που ξέρω στα εξηγώ. Δεν το αμελώ.
Όμως κι αυτά προσθέτουν στη ζωή μας. Κοιτούσα
όπως κοιμότανε, το γόνατό της να γωνιάζει το σεντόνι-
Δεν ήταν μόνο ο έρωτας. Αυτή η γωνία
είναι η κορυφογραμμή της τρυφερότητας, και το άρωμα
του σεντονιού, του λευκού και της άνοιξης, συμπλήρωναν
εκείνο το ανεξήγητο που ζήτησα, άσκοπα και πάλι, να στο εξηγήσω


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
(«ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ»
ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ
Όταν η μέρα τεντωθεί από το κοτσάνι της κι ανοίξει όλα
τα χρώματα πάνω στη γη
Όταν από φωνή σε στόμα σπάσει ο σταλαγμίτης
Όταν ο ήλιος κολυμπήσει σαν ποτάμι σ' έναν κάμπο αθέριστο
Και τρέξει ένα πανί βοσκόπουλο των μελτεμιών μακριά
Πάντα η στολή σου είναι στολή νησιού είναι μύλος που γυρίζει
ανάποδα τα χρόνια
Τα χρόνια που έζησες και που τα ξαναβρίσκω να πονούν
στο στήθος μου τη ζωγραφιά τους
Η μια βερικοκιά σκύβει στην άλλη και το χώμα πέφτει από
την αγκαλιά του ξυπνητού νερού
Η σφήκα στο κορμί του φλόμου ανοίγει τα φτερά της
Ύστερα ξαφνικά πετάει και χάνεται βουίζοντας
Κι από σταλαγματιά σε φύλλο κι από φύλλο σε άγαλμα όσο πάει
και πιο πολύ μεταμορφώνεται ο καιρός
Παίρνει τα πράγματα που σε θυμίζουν κι όσο πάει και πιο πολύ
τα συγγενεύει μες στον έρωτά μου
Ο ίδιος πόθος ξαναϋφαίνεται
Ο κορμός όλος φλέγεται του δέντρου του ήλιου της καλής καρδιάς
Έτσι σε βλέπω ακόμη στην αχτίδα της αιώνιας μέρας
Ν' ακούς το χτυποκάρδι της στεριάς
Η γέννηση δεν άλλαξε ούτε μια χαρά σου
¶φηνες μια μεγάλη νύφη αφρού ανεβαίνοντας
Τίναζες το κεφάλι σου σαπουνισμένο από την πρωινή ομορφιά
Η αιθρία πλάταινε τα μάτια σου
Δεν ήταν αίνιγμα που να μη σβήνει πια που να μη γίνεται καπνός
σε στόμα αιόλου
¶λλαζες με τα χέρια σου τις εποχές
Βάζοντας χιόνια και βροχές, λουλούδια, θάλασσες
Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε, μεγάλη
ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια

Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει
ο γρύλος
Η καμπάνα του χωρίου που ανοίγεται στον άνεμο
Η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού
Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν
Έλα λοιπόν απ' την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
Ν' ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ' αναστήσουν το αίσθημα
Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου
Ξέρεις, κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
Όλος ο κόσμος ακουμπάει στη θάλασσα και τη στεριά
Θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
Από την άλλην όψη της κακοτυχιάς
Θα παίξουμε τον ήλιο μας στα δάχτυλα
Στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
Θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμος.

ΕΙΧΑ ΦΥΤΕΨΕΙ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ 08.03.05
Νίκος Γκάτσος - μουσική Μ Θεοδωράκης

Με τ' αστεράκι της αυγής
στο παραθύρι σου να βγεις
κι αν δεις καράβι του νοτιά
να 'ρχεται από την ξενιτιά
στείλε με τ' άσπρα σου πουλιά
γλυκά φιλιά

Κι αν δεις καράβι του νοτιά
να 'ρχεται από την ξενιτιά
στείλε με τ' άσπρα σου πουλιά
χίλια γλυκά φιλιά

Είχα φυτέψει μια καρδιά
στου χωρισμού την αμμουδιά
μα τώρα που 'ρθα να σε βρω
με δαχτυλίδι και σταυρό
είναι του κόσμου και του κόσμου
η ξαστεριά

Κι απ' το παλιό μας το κρασί
δώσ' μου να πιω και πιες κι εσύ
να μείνω αγάπη μου για πάντα
στη πικρή στεριά


Ερρίκος Θαλασσινός
μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος

Τον ήλιο είχες αγκαλιά
βασιλικό στο χέρι
και προς το μέρος της καρδιάς
κάτασπρο περιστέρι

Πέρ' από τη θάλασσα πέρ' από τα δάση
βρήκα την αγάπη μου που την είχα χάσει
πέρασαν τα όνειρα πέρασαν τα πάθη
έλαμψε σαν άνοιξη η δική σου αγάπη

Τον Μάη είχες στα μαλλιά
γαρίφαλο στα χείλη
στα μάτια και στο μέτωπο
την ομορφιά τ' Απρίλη


Νίκος Γκάτσος
Τα λόγια που περίμενα
(μουσική: Χατζιδάκης
τραγούδι: Νανά Μούσχουρη)

Γλυκό ψωμί σου ζύμωνα, για να ξεχνάς τις λύπες
Τα λόγια που περίμενα, ποτέ δε μου τα είπες

Του χωρισμού θ' αρχίσω το τραγούδι
σε κάβους ν' ακουστεί και σε νησιά
Τι κρίμα που δεν ήσουνα λουλούδι
Τι κρίμα που δεν ήμουνα δροσιά

Φωτιές ο ήλιος γύρω μας ανάβει
και σπέρνει στον αφρό χρυσά φλουριά
Τι κρίμα που δεν ήσουνα καράβι
Τι κρίμα που δεν ήμουνα στεριά

Μου φώναξες, δε σ' άπλωσα το χέρι
Σου φώναξα, δεν έβγαλες μιλιά
Τι κρίμα που δεν ήσουν περιστέρι
Τι κρίμα που δεν ήμουνα φωλιά


ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣΕΡΩΤΙΚΑ IV Δ εν είμαι εγώ που τη ζωή σου ήρθα σαν ήλιος να φωτίσω: το φώς στα μάτια μου που λάμπει δικό σου-και σ'το στέλνω πίσω! Του μαγικού του κόσμου αν έχω ανοίξει διάπλατη τη θήρα, το μυστικό χρυσό κλειδί της από το χέρι σου το πήρα. Κι αν απ'τα βάθη ενός ληθάργου βγήκα,σ'εσένα το χρωστάω, σ'εσένα τους χυμούς που νοιώθω, τη νέα γλώσσα που μιλάω!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

(από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ)
Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων
Ω τι ωραία που είσαι
Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα
Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή
Για να σ' ακούω που ζεις και που διαβαίνεις!
Ω τι ωραία που είσαι
Τρέχοντας με το χνούδι της κορυδαλλένιας
Γύρω από τις μοσκιές που σε φυσούνε
Καθώς φυσάει ο στεναγμός το πούπουλο
Μ' ένα μεγάλον ήλιο στα μαλλιά
Και με μια μέλισσα στη λάμψη του χορού σου

Ω τι ωραία που είσαι
Με το καινούριο χώμα που πονείς
Από τη ρίζα έως την κορυφή των ίσκιων
Ανάμεσα στα δίχτυα των ευκάλυπτων
Με τον μισό ουρανό μέσα στα μάτια σου
Και με τον άλλον στα μάτια που αγαπάς
Ω τι ωραία που είσαι
Καθώς ξυπνάς τον μύλο των ανέμων
Και γέρνεις τη φωλιά σου αριστερά
Για να μην πάει χαμένος τόσος έρωτας
Για να μην παραπονεθεί ούτε μια σκιά
Στην ελληνίδα πεταλούδα που άναψες
Ψηλά με την αυγερινή ευφροσύνη σου
Γεμάτη από τη χλόη της ανατολής
Γεμάτη απ' τα πρωτάκουστα πουλιά
Ω τι ωραία που είσαι
Ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων!

Ένα απόσπασμα από τον ΗΛΙΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ
του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ.

Ποιο μπουμπούκι ακόμη ανέραστο απειλεί τη μέλισσα
Ο άνεμος βρίσκει μια παρέα φυλλώματα κυματιστά
Η στεριά σκαμπανεβάζει
Στον αφρό των χόρτων οι μουριές ανοίγουν τα πανιά
Το τελευταίο ταξίδι μοιάζει με το πρώτο πρώτο.
Ω να σπάσουν οι πέτρες να λυγίσουνε τα θυμωμένα σίδερα
Ο αφρός να φτάσει ως την καρδιά ζαλίζοντας τα θεριεμένα μάτια
Η θύμηση να γίνει ένα κλαδάκι δυόσμου αμάραντο
Κι από τη ρίζα του να ορμήσουν άνεμοι γιορτής
Εκεί να γείρουμε το μέτωπο
Τ' αστραφτερά μας πράγματα να 'ναι κοντά
Στην πρώτη απλοχεριά του πόθου
Η κάθε γλώσσα να μιλεί την καλοσύνη της ημέρας
Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης.


Αποσπάσματα απ' την ΑΣΚΗΤΙΚΗ του Ν Καζαντζάκη

"Πού πάμε; Μη ρωτάς. Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα και τη χαίρουμαι όλη. Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στέρεη σα στήθος γυναίκας στις πολυκάτεχες παλάμες μου. Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζομαι. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μεγάλο μυστήριο, σκοτεινό και παντοδύναμο"

"Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθυγάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε"

"Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγομαι. Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει, μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης"

"Ό,τι ζεις στην έκταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως, μάχου ακατάπαυστα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοιώσεις, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξεις, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα και οστά, να στερεώσει"

Γιώργος Σεφέρης
Φυγή
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωϊνό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας
Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή


αυτό είναι ξανά από τον ΗΛΙΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ
του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα
Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας
Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες.
Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθίσαμε
Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια.
Μια πεταλούδα πέταξε απ' τα στήθια μας
Ήτανε πιο λευκή
απ' το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας
Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές
Πως δε θυμότανε καθόλου τι σκουλήκια έσερνε.

Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:

Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας
λέγε μας τη ζωή.

Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ' τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό το 'χουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε
Είμαστε από καλή γενιά.

Μια Κυρικακή του Μάρτη
Νίκος Γκάτσος
(μουσική Λ Κηλαηδόνης/ τραγούδι Δήμητρα Γαλάνη)

Μια Κυριακή του Μάρτη και μια Σαρακοστή
εσύ 'σουν στο κατάρτι κι εγώ στην κουπαστή
Κρατούσαμε το δάκρυ στα ματοτσίνορα
για μας δεν είχαν άκρη της γης τα σύνορα

Δε σου 'στειλα το μήλο και σ' έχασα από φίλο
μα μ' ένα πορτοκάλι, θα σε κερδίσω πάλι

Φίλα με της καρδιάς μου καραβοκύρη
να ξαναπιώ τον ήλιο σ' ένα ποτήρι
Φίλα με αυγερινέ μου, να γίνω πούλια
Τραγούδι να μου λένε τα θαλασσοπούλια

Μια Κυριακή του Μάρτη και μια Σαρακοστή
κρεμάσαμε στο χάρτη μια κόκκινη κλωστή
Και δίπλα στο τιμόνι όταν γυρίσαμε
το πρώτο χελιδόνι καλωσορίσαμε

ΤΑ ΧΕΡΙΑ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ' ένα μεγάλον ίσκιο
το χρώμα της αυγής το αισθάνομαι στα δάχτυλά σου.
Ξέχασε το ψέμα που σε βοήθησε να ζήσεις
γύμνωσε τα πόδια σου, γύμνωσε τα μάτια σου,
μας μένουν λίγα πράγματα όταν γυμνωθούμε
αλλά τα βλέπουμε στο τέλος πιστά.
Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ' ένα μονοπάτι,
τ' αυλάκια χαλασμένα δεξιά κι αριστερά, στην άκρη
το σπίτι με γυαλιά που το χτυπάει ο ήλιος, άδειο.
Σκέφτηκα τα δάχτυλά σου να χτυπούν τα τζάμια
σκέφτηκα την καρδιά σου να χτυπά πίσω απ' τα τζάμια
και πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν έναν άνθρωπο
που δεν τα ξεπερνά.
Δεν ξέρεις τίποτα γιατί κοίταξες τον ήλιο.
Το αίμα σου στάλαξε στα μαύρα φύλλα της δάφνης
τ' αηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στο φεγγάρι
και στο ποτάμι το 'συρα κι έβαψε το ποτάμι.
Συλλογίζομαι, όταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τις φλέβες μου και το μυστήριο των χεριών σου που οδηγούν
κατεβαίνοντας προσεχτικά σκαλοπάτι το σκαλοπάτι.
Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ' έναν μεγάλο κήπο


Αγαπάω τη βροχή

Στίχοι: Αλέξανδρος Δήμας
Μουσική -ερμηνεία : Αρλέτα

Αγάπησα τον άνεμο
τ' αδέσποτα σκυλιά
τους δρόμους που με παίρνουνε
για να ξεχνώ την πίκρα
κι εκείνα κει τα όμορφα
και σιωπηλά παιδιά
που βάφουνε τα χείλη τους
και χάνονται στη νύχτα

Αγάπησα τα μάτια σου
που ήταν σαν κρασί
και τις ασπρόμαυρες σκιές
που γέμιζαν οθόνες
κι εκείνες τις πολύπλοκες
της μνήμης μυρωδιές
που αφήνουνε στο διάβα τους
οι Γερασμένες πόρνες

Αγάπησα τα όνειρα
που τα 'πνιξε η ζωή
αυτά που δεν πετάξανε
και όνειρα θα μείνουν
κι εκείνους τους παράξενους
του κόσμου ναυαγούς
που αρνήθηκαν πεισματικά
ενήλικες να γίνουν

Αγαπάω τη βροχή
και τα τραγούδια που μιλάνε
για Αλήτες



Αποσπάσματα από τη Συλλογή
ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ του
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
Η Μαρία Νεφέλη λέει:
ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Ροές της θάλασσας κι εσείς
των άστρων μακρινές επιρροές - παρασταθείτε μου!
απ' τα νερά της νύχτας τ' ουρανού κοιτάξετε
πως ανεβαίνω
αμφίκυρτη
σαν τη νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.

Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο
μεσημέρι δεν έχει πια κανείς·
σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου.
Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων
και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ ταμ και προσωπίδες
και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα.
Θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab
και τον άνθρωπο Phagus Carnamenti
τη γερόντισσα Cimmulius και το σόι της όλο
το σαρακοφαγωμένο απ' τα παράσιτα·
θα σου δείξω τον άντρα Bumbacarao Uncarabo
τη γυναίκα του Ibou-Ibou
και τα παραμορφωμένα τέκνα τους
τα μανιταρόσκυλα
τον Cingua Banga και την Iguana Brescus
Μη φοβάσαι
με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης
θα σε οδηγήσω
και θα σου χιμήξω·
τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου

Και ο Αντιφωνητής:
ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ
Ό,τι να δεις - καλώς το βλέπεις
αρκεί να 'ναι: Αναγγελία.
Το ελάχιστο νέφος ουριοδρομώντας η Σελήνη
των δέντρων ο αλιγάτορας
και η σκυθρωπή των λιμνοθαλασσών γαλήνη
με το πατ-πατ το μακρινό της γκαζομηχανής
αν ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Αναγγελία.
Ποίηση ω Αγία μου - συγχώρεσέ με
αλλ' ανάγκη να μείνω ζωντανός
να περάσω από την άλλην όχθη·
οτιδήποτε θα 'ναι προτιμότερο
παρά η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν.
Κι αν απάνω μου μείνει ανεξάλειπτη
κάθε λαίλαπα σαν εγκαυστική
θα' ρθει το πλήρωμα των ημερών
βουστροφηδόν θα εξαφανίσω τον εαυτό μου.

Εξόν κι αν μήτε αυτός υπάρχει
αν στα βάθη μέσα των ωκεανών
βυθίζοντας οι μέρες οι ξανθές πήραν μαζί τους
μια για πάντα το είδωλο
το Φωτόδεντρο
με τους χίλιους εκτυφλωτικούς των πουλιών σχίστες
και τους Μήνες ολόγυρα στις μύτες των ποδιών
συλλέγοντας μες στην ποδιά τους
κρόκους μικρούς γυρίνους των αιθέρων.
Είναι που οι άνθρωποι δεν το θελήσανε ειδαλλιώς...


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλη ν άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του Αυγερινού

Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.

Εμπειρίκος Aνδρέας

Στιγμή Πορφύρας

Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο
Στα κάγκελα του κήπου ανοίγουν τα φτερά τους τα πουλιά
H γειτνίασις του ποταμού τα προσελκύει
Tο πάθος του γυπαετού για το άσπρο περιστέρι
Eίναι αποκορύφωμα βουνού με χιονισμένη κορυφή
Όταν λυώνουν οι πάγοι τραγουδάμε στις κοιλάδες
Tα νερά μάς μεθούν
Oι κόρες των ματιών μας πλένουν τους θησαυρούς των
¶λλες ξανθές και άλλες μελαχροινές
Έχουν στην όψι τους την ανταύγεια των ελπίδων μας
Έχουν στο στήθος τους το γάλα της ζωής μας
K' εμείς στεκόμαστε τριγύρω τους
Παντοτινά κελεύσματα μας περιβάλλουν
Oι θρόμβοι των βουνών πάλλονται και διαλύονται
Tα χιόνια τους είναι τραγούδια της ελεύσεως των νέων
χρόνων
Tα χρόνια αυτά είναι η ζωή μας
Mέσ' στις κουφάλες τους αναπαύονται το μεσημέρι τα πουλιά
Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευ-
ρύνσεως
Kαμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες
K' οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα.


(από την Eνδοχώρα, ¶γρα 1980)

Δ. Ι. Λοίζος

Σε ρυθμό 4/4

Πέφτεις σα μικρή σταγόνα βροχής στο φύλλο της ζωής μου,
κυλάς πάνω στο νεύρο και διεγείρεις το κορμί μου,
τα μαλλιά σου μυρίζουν άνθη λεμονιάς,
η καμπύλη στο στήθος σου γεμίζει φιλιά.

15 Νοεμβρίου 1981

Μυρτώ

Φορούσε κάθε μέρα ένα φόρεμα οπάλ,
μ' αχνοδιάφαντες χιλιάδες μαργαρίτες.
Είχε πάντα ένα μπηχτράκι στα μαλλιά
και η φωνή της ήταν σιγανή σαν τους σπουργίτες.

Το παλτό της τής ερχότανε μεγάλο
κι' ήταν τριμμένο στους αγκώνες, στα μανίκια.
Το χειμώνα έβαζε τα πέτα το 'να πάνω στ' άλλο
αλλά ξύλιαζαν τα κάτασπρά της χέρια.

Έμενε μόνη σ' ένα σπίτι στα Πατήσια.
Μια φορά μονάχα μ' άφησε να μπω.
Όταν φιλιόμασταν μου έλεγε στα ίσια:
"Εγώ δεν ξέρω τι θα πει να σ' αγαπώ".


Αυτό το ποίημα έχει ιδιαίτερη αναφορά και σημασία για τους ορειβάτες και τις ορειβάτισσες, τους λάτρεις της φύσης και τους λάτρεις του δωδεκάθεου. Οι αρχαίοι θεοί είχαν αδυναμίες. Αυτές τις αδυναμίες εμείς οι ορειβάτες τις νοιώθουμε και τις προσεγγίζουμε περισσότερο στις κορυφές και στις ρεματιές, στη φύση. Είναι μια πρόκληση για όλους να έρθουν μαζί μας

Η ποιήτρια είναι Γαλλίδα
Comtesse de Noailles
Προσφορά στον Πάνα

Το ξύλιν’ αυτό κύπελλο, σαν το κουκούτσι μαύρο,
που, με λεπίδι κοφτερό και τέχνη, έχω σκαλίσει
τ’ ωραίο τ’ αμπελόφυλλο με τα τσακίσματά του
και τους βλαστούς, που το ’χουνε σα φίδια τριγυρίσει,

ο Δάμις, το βοσκόπουλο, μου τ’ άρπαξ’ απ’ το χέρι
γελώντας, καθώς μ’ έβλεπε να κρυφοκοκκινίζω.
Και τώρα εγώ, γι’ ανάμνηση της ερωτιάρας μέρας,
στον τραγοπόδη το θεό, στον Πάνα, το χαρίζω.

Μην ξέροντας που το βωμό θε να ’βρω του θεού,
αφήνω αυτή την προσφορά στου βράχου την κουφάλα.
Μα έχει η καρδιά μου εμένανε τη γέψη ενός φιλιού
βαθύτερου, και βαστά περσότερο από τ’ άλλα…
 
      
Απαντήσεις
Καμία καταχώρηση

Site Meter

ecology Portal (C) 2002
Τα πνευματικά δικαιώματα των περιεχομένων του δικτυακού τόπου είναι ιδιοκτησία του e-ecology.gr και η όποια αντιγραφή ή αξιοποίηση δύναται να γίνεται ύστερα από έγγραφη άδεια του κατόχου ή με αναφορά στην πηγή (e-ecology.gr)