sstamellos

sstamellos

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΤΗΝ «ΕΞΟΧΗ»

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΤΗΝ «ΕΞΟΧΗ»
Τα έρημα πέτρινα σπίτια σωριάζονται
σαν τα άδεια τα σακιά
Με τις ξυλοδεσιές τους, δε ζουν πολλές ζωές
Στο διάβα του χρόνου κάποτε πεθαίνουν
Καταρρέουν αθόρυβα και βασανιστικά
μαζί με τα δάκρυα
Μια νύχτα ή μια μέρα του Γενάρη
ή του Αυγούστου – δεν έχει σημασία
Ο χρόνος είναι ίδιος στα ημερολόγια
που κρέμαγε ο πατέρας στον τοίχο
Το αρχοντικό μας με τ’ αμπάρια του
Το τζάκι, τη μεσάντρα,
Τα ξύλινα καθίσματα και το σοφρά
Τη σάλα, το μπαλκόνι
Με θέα το Βελούχι
και τον Γλα
Δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει τον αργό θάνατο
Αρνήθηκε να ζήσει χωρίς το νοικοκύρη
Το ρήγμα τού ΄τρωγε τα σωθικά
Δεν το ’λεγε, από πείσμα – το ’κρυβε στα θέμελα
Γιατί να το πει άλλωστε…
Αμέριμνο τώρα προχωράει
μέρα τη μέρα προς τη δύση
Εγείρανε οι τοίχοι του
η στέγη άνοιξε στ’ αστέρια
Μόνο θύελλες προμηνύονται
Και κρύες βροχερές νύχτες
Όλο δάκρυα
Ανοιχτά παράθυρα, πορτόφυλλα ανοιχτά
Η χαρά τ’ αγριογούρουνου στην ερημιά
Κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα
Ναυάγιο σ’ απάνεμο λιμάνι
Φαντάσματα και ρημαγμένα όνειρα
Ανέβαινες την ανηφοριά απ’ το Ρέμα
Κοντή η ανάσα στα Καλάνια
Οι λεύκες ψηλά αγγίζανε τον ουρανό
Στη μέση το σπίτι και γύρω ο παράδεισος
Τ΄ αχλάδια, τα κεράσια, τα μήλα και τα κάστανα
κορόμηλα, σταφύλια, σύκα και καρύδια
Με τι λαχτάρα πήγαινες…
Κι έλεγες μέσα σου για τη βρύση
– Θα ’χει νερό η βρύση;
Κι έλεγες μέσα σου για τη μουριά
– Θα ’χει μούρα η μουριά;
Την κορομηλιά, την κερασιά τ’ αλώνι και τ’ «Αλέξη»
Σύννεφα μαύρα έρχονται ψηλά απ’ το Βελούχι
Δυο δυο οι κίσσες σκούζουνε σαν να μοιρολογάνε
Τους σεισμούς τους άντεξε, δεν άντεξε το ρήγμα
Τα ρήγματα τα φέρνει ο χρόνος – χρόνια, διαβάτες βιαστικοί
Ανώι και κατώι, κουζίνα κι αποθήκη
μαντρί κι αχυρώνα για τα ζωντανά
Για τον πατέρα όνειρο ζωής στα δίσεκτα εκείνα χρόνια
Άλλαξε και τη σκεπή πριν «φύγει»
«Να μείνει αιώνια», όπως συνήθιζε να λέει,
βλέποντας του δικού του ρολογιού τους δείκτες
το ημερολόγιο με τα στιχάκια στον τοίχο κρεμασμένο
Κι όλα με μιας αλλάζουνε
Τα όνειρα γίνονται κομμάτια
Κλείνουνε στις ρεματιές οι στράτες
Και στις πλαγιές τα μονοπάτια χάνονται
Βιαστικά απομακρύνονται οι εικόνες
Κι επιστρατεύονται οι μνήμες
Απέναντι είναι το βουνό και κάτω το ποτάμι.
Απ’ το μπαλκόνι ο παππούς αγνάντευε
Δεν ξέραμε τι έβλεπε…
Κανένας μας δεν ξέρει τι βλέπουν οι παππούδες
στης θύμησης και νοσταλγίας τους μακρινούς ορίζοντες
Το βλέμμα του περνούσε πάνω απ’ το βουνό
Και αναστενάζοντας ξεσπούσε σε τραγούδι
«Αχ Λένη μ’»
Η πόρτα ν’ ανοίξει λαχταράς να βγει η μάνα στο μπαλκόνι
Ν’ ανάψουνε οι κλάρες της, το τζάκι να καπνίσει
Να μυρίσει η στριφτόπιτα στη γάστρα, στο ταψί
Στο δειλινό του Μάη
Πρωί να κατέβει η γιαγιά στη Λάκα, στο μποστάνι
να σκαλίσει τα κηπευτικά μην την προλάβει ο ήλιος
Κι εσύ ακουμπούσες στο φαρδύ του παράθυρου σανίδι
τα βιβλία ανοιχτά – προβολείς του μέλλοντος
τα όνειρα που θα φωτίσουν
Στων αναμμένων κούτσουρων την ανταύγεια
-όταν οι άλλοι κοιμόντουσαν τα βράδια-
διάβαζες γονατιστός στην παραστιά
“Στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου”
“Στα βουνά της Μάνης”
Κι ασκήσεις έλυνες για να περνάει η ώρα
Της φαντασίας φούσκωναν οι φλέβες
Παρέα με του ανέμου τους ψιθύρους
Και των σκυλιών τα ουρλιαχτά
– Τώρα περνάει ο λύκος!
Μουσικοί αντίλαλοι στην απέραντη νυχτιά
Και στου σκοταδιού την ερημιά
Χρυσόσκονη στις άκρες των κυττάρων
Που τις μελλοντικές σου επιλογές θε να στολίσουν
Χρόνια που κατρακυλούν
σαν πέτρες
Σε κάθε πέτρα και μια ανάμνηση
Στοιχειώνουν τη φαντασία αξέχαστες στιγμές και ώρες
Φεύγεις, μη μετανιώσεις και γυρίσεις πίσω
Στ’ όνειρο… κάποτε…τα βράδια… τότε

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Scroll to Top