sstamellos

sstamellos

Η δασοπροστασία στη Γκιώνα και στην Οίτη

ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ

Πλούτωνος 1 35100 Λαμία
τηλ 2231021007 6977261256

4.6.2009

Η ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΤΟΥΣ ΟΡΕΙΝΟΥΣ ΟΓΚΟΥΣ ΓΚΙΩΝΑΣ ΚΑΙ ΟΙΤΗΣ
ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ ΠΡΑΣΙΝΩΝ

Η περιοχή της Ρούμελης χαρακτηρίζεται από πανέμορφους και ιδιαίτερους ορεινούς όγκους, μεταξύ των οποίων αυτούς της Γκιώνας και της Οίτης. Τα δύο βουνά, ιστορικοί τόποι που ενέπνευσαν και φιλοξένησαν μεγάλους αγώνες για την ελευθερία και ανεξαρτησία του ελληνικού λαού, ξεχωρίζουν για τα φυσικά τους οικοσυστήματα και για τη μοναδικότητα κάποιων φυτικών και ζωικών ειδών.
Η Γκιώνα – το Ασέληνον Όρος των αρχαίων Ελλήνων – είναι το ψηλότερο βουνό της Ρούμελης (2.510 μ.) και το πέμπτο της χώρας, με κορυφογραμμή που δεν πέφτει ποτέ χαμηλότερα από τα 2.400 μ. Εκτείνεται στο νομό Φωκίδας και από τα εδάφη της πηγάζει ο Μόρνος, ο ποταμός που ρέει στα δυτικά της, τη χωρίζει από τα γειτονικά αγέρωχα Βαρδούσια και τροφοδοτεί το λεκανοπέδιο Αττικής με πόσιμο νερό.

Προικισμένη με ελατοδάση και αλπικά τοπία, με σκληροτράχηλα πουρνάρια και αμέτρητα αγριολούλουδα, με αγριόγιδα, λύκους και σπάνια πουλιά, η Γκιώνα διατήρησε τη φυσιογνωμία της μέσα στους αιώνες και οι κάτοικοί της τη σεβάστηκαν με το παραπάνω, παρότι η επιβίωσή τους σε αυτή ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού με στερήσεις και κακουχίες. Αυτό μέχρι το 1930, χρονιά που άρχισε η εξόρυξη βωξίτη (μετάλλευμα που υπάρχει σε αφθονία στο υπέδαφος του βουνού) και αποτέλεσε βασική αιτία της σημερινής της υποβάθμισης.

Η γειτονική Οίτη, στο νομό Φθιώτιδας, αποτελεί ένα εξίσου σημαντικό και ενδιαφέρον οικοσύστημα με ατέλειωτα ελατοδάση, σπάνια είδη φυτών και πλούσια πανίδα. Είναι συνυφασμένη από την αρχαιότητα με τον μυθικό Ηρακλή, που έδωσε τέλος στη ζωή του στη θέση Πυρά, αλλά και με την Εθνική Αντίσταση και την ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου. Μέρος της Οίτης είναι ενταγμένο σε καθεστώς προστασίας για το περιβάλλον της (Εθνικός Δρυμός από το 1966), αντιμετωπίζει όμως έντονα την απειλή της μεταλλευτικής δραστηριότητας εξαιτίας των βωξιτικών κοιτασμάτων που και αυτή διαθέτει.

Τόσο στη Γκιώνα όσο και στην Οίτη είναι ολοφάνερη η εγκατάλειψη σε ό,τι αφορά την περιβαλλοντική προστασία και ειδικότερα τη δασοπροστασία. Το καθεστώς Εθνικού Δρυμού που ισχύει στην Οίτη δεν επαρκεί, οι μεταλλευτικές εταιρείες το αγνοούν με θράσος και προτείνουν εξορύξεις ακόμα και μέσα στον πυρήνα του, ενώ ο Φορέας Διαχείρισης του Δρυμού υπολειτουργεί. Παλιότερες προτάσεις επιστημόνων του Υπουργείου Γεωργίας για διεύρυνση των ορίων του δρυμού και του καθεστώτος προστασίας δεν εισακούστηκαν, ενώ η πρόταση τοπικών φορέων για ίδρυση Δασαρχείου Οίτης έπεσε στο κενό.

Αντίστοιχα, στη Γκιώνα η κατάσταση δεν είναι καλύτερη, η έννοια δε της περιβαλλοντικής προστασίας και της εφαρμογής του νόμου στην περιοχή είναι παντελώς άγνωστη. Αν και ένα μεγάλο τμήμα της εντάσσεται στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, το βουνό τρώγεται με μανία από τις μεταλλευτικές εταιρείες και τα δάση του εξαφανίζονται με γοργούς ρυθμούς είτε άμεσα (στις θέσεις εξόρυξης) είτε έμμεσα από τη γενικότερη υποβάθμιση που τα επηρεάζει. Έτσι, η δασική βλάστηση έχει συρρικνωθεί σε σχέση με το παρελθόν και οι συνέπειες είναι ανεπανόρθωτες τόσο στη βιοποικιλότητα και στην πανίδα όσο και στο μικροκλίμα της περιοχής, στο τοπίο και στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα.

Την υποβάθμιση αυτή των δύο μεγάλων ορεινών όγκων μας δεν μπορεί να αποτρέψει ούτε η Δασική Υπηρεσία. Αρμόδια και αποκλειστικά υπεύθυνη κάποτε για τη διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων της χώρας, συντελούσε στην προστασία τους και καθοδηγούσε την τοπική κοινωνία σε προσοδοφόρες δασοκομικές ασχολίες. Σήμερα, απογυμνωμένη από αρμοδιότητες και ερημωμένη από προσωπικό, παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς να μπορεί να επέμβει ουσιαστικά. Οι δασοκομικές ασχολίες – οι τόσο απαραίτητες και για την προστασία του δάσους από πυρκαγιά – έχουν εγκαταλειφθεί, ενώ οι δασοφύλακες που επιτηρούν για κάθε λογής παρανομία ή κίνδυνο, χρεώνονται τεράστιες εκτάσεις για επιτήρηση, δουλεύοντας έτσι αναποτελεσματικά.

Μεγάλη ανησυχία δε για περαιτέρω υποβάθμιση της Γκιώνας και της Οίτης προκαλεί – εκτός των παραπάνω – το ενδεχόμενο πυρκαγιάς , ειδικά μετά τις καταστροφές που ζήσαμε στη χώρα τα δύο τελευταία καλοκαίρια. Η αδυναμία της Δασικής Υπηρεσίας να πραγματοποιήσει έργα πρόληψης, η έλλειψη Ενιαίου Φορέα Δασοπυρόσβεσης, το δύσβατο οδικό δίκτυο των ορεινών περιοχών, οι μεγάλες αποστάσεις των δασικών οικοσυστημάτων Γκιώνας και Οίτης από τα αστικά κέντρα, η έλλειψη πυροφυλακίων και η ηλικιακή σύνθεση του ολιγάριθμου ορεινού πληθυσμού είναι παράγοντες που μάλλον απαισιοδοξία εμπνέουν στο ενδεχόμενο πυρκαγιάς. Ο συνδυασμός των παραπάνω με τα έντονα ξηρά καλοκαίρια που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή είναι μάλλον «εύφλεκτος».

Οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ θεωρούμε ότι η προστασία και η αειφορική διαχείριση των δασών μας αποτελούν πρωτεύον θέμα της περιβαλλοντικής, κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής του κράτους, εφόσον τα δασικά οικοσυστήματα είναι από τους πιο σημαντικούς εθνικούς και κοινοτικούς πόρους. Η αξιοποίησή τους, μάλιστα, με βάση τις αρχές της Δασοπονίας μπορεί να συμβάλλει στην τόνωση της τοπικής κοινωνίας και στην απασχόληση ανέργων σε πράσινα επαγγέλματα που σχετίζονται με τη δασική προστασία, την παραγωγή δασικών προϊόντων, τον οικοτουρισμό και την περιβαλλοντική εκπαίδευση. Ειδικά στην περίπτωση των ορέων Γκιώνα και Οίτη, η προστασία επιβάλλεται από την αυξημένη σημασία των δασικών οικοσυστημάτων τους στην ελληνική και παγκόσμια βιοποικιλότητα, αιτία που οδήγησε στην ένταξή τους στο Δίκτυο ΦΥΣΗ 2000.

Θεωρούμε ότι η προστασία των δασικών αυτών οικοσυστημάτων εντάσσεται καταρχήν στο γενικότερο σχεδιασμό για προστασία των ελληνικών δασών, θέμα που άπτεται της δασικής πολιτικής που ασκεί η εκάστοτε κυβέρνηση. Επειδή, όμως, η δασική πολιτική που ασκείται τα τελευταία έτη αποδεικνύεται (τραγικά δυστυχώς) λανθασμένη, απαιτείται ριζική αλλαγή και επανασχεδιασμός της. Για αποτελεσματική δασοπροστασία απαιτείται συνεκτική δασική πολιτική, που θα δίνει βάρος στην πρόληψη της καταστροφής και στην εφαρμογή του νόμου.
Βασικό μέλημα στη δασική πολιτική που υποστηρίζουμε είναι η αναδιοργάνωση και στελέχωση της Δασικής Υπηρεσίας, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα και το ρόλο της, δηλαδή στην ορθή και βιώσιμη διαχείριση των δασών, στην προστασία και στην αξιοποίησή τους ως εθνικό φυσικό πόρο. Η ένταξή της δε στο νεοϊδρυθέν Υπουργείο Περιβάλλοντος, που επίσης υποστηρίζουμε, θα εναρμονίσει τη δασική πολιτική με τη γενικότερη περιβαλλοντική πολιτική, πράγμα ιδιαίτερα ωφέλιμο για τις περιοχές Γκιώνας και Οίτης, που διαθέτουν δασικά οικοσυστήματα σε ευρύτερα προστατευόμενες περιοχές.

Η επένδυση πόρων στην πρόληψη, η δημιουργία Ενιαίου Φορέα Δασοπυρόσβεσης, η σύνταξη των Δασικών Χαρτών και του Δασολογίου, η συστηματική παρακολούθηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και προσαρμογή στα νέα δεδομένα των πολιτικών δασοπροστασίας, πρόληψης πυρκαγιών και έγκαιρης κατάσβεσης τους, καθώς και η απόδοση κινήτρων στις τοπικές κοινωνίες για διαχείριση των ορεινών δασών, σε συνδυασμό με την εκπαίδευση και αξιοποίησή τους στη δασοπυρόσβεση, αποτελούν μερικά ακόμη μέτρα που μπορούν να θωρακίσουν τα δασικά οικοσυστήματα απέναντι σε πολλά είδη υποβάθμισης (ασθένειες, πυρκαγιές, λαθροθηρία, καταπατήσεις, αλλαγές χρήσης, εκτός σχεδίου πόλης δόμηση, κ.ά.).

Παράλληλα, απαιτείται η λειτουργία και αναβάθμιση του ρόλου της Επιτροπής «Φύση 2000», ως ανεξάρτητου φορέα, συμβούλου του αρμόδιου Υπουργείου, με επαρκή στελέχωση από εξειδικευμένο επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό, συνεπώς και η λειτουργία του Φορέα Διαχείρισης Οίτης, που θα παράγει έργο για την περιοχή της δικαιοδοσίας του.

Για την αποτελεσματική δασοπροστασία στα δύο βουνά επείγει, ακόμη, η διεύρυνση των ορίων προστασίας τους. Στην Οίτη είναι αναγκαία καταρχήν η διεύρυνση του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού, μιας και στον ήδη θεσμοθετημένο δεν συμπεριλήφθηκαν εξαρχής σημαντικές για προστασία περιοχές. Επιπλέον, μέχρι σήμερα δεν έχουν οριστεί με την προβλεπόμενη ΚΥΑ οι ζώνες και οι όροι, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις ανά ζώνη του Εθνικού Δρυμού, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν. 1650/86, γεγονός που δημιουργεί βάσιμες υποψίες, αφού η περιοχή της Οίτης φωτογραφίζεται ως μεταλλευτική ζώνη στο Χωροταξικό Σχέδιο για τη Βιομηχανία.

Στη Γκιώνα, από την άλλη, επιβάλλεται η τήρηση του νόμου και η απόλυτη εναρμόνιση των δραστηριοτήτων στην περιοχή με το καθεστώς προστασίας της, ενώ η διεύρυνση των ορίων προστασίας πρέπει να συνδυαστεί με οριστική παύση της μεταλλευτικής δραστηριότητας και αποκατάσταση των πληγέντων τμημάτων του βουνού, αποκατάσταση της πληγείσας ιδιοκτησίας των κατοίκων της και επαγγελματική αποκατάσταση των εργαζομένων στα μεταλλεία.

Τέλος, επείγει – όπως είναι φανερό – η αλλαγή του μεταλλευτικού κώδικα και οι προθέσεις της σημερινής ηγεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ και των συναρμόδιων υπουργείων για ολοκληρωτική καταστροφή της Γκιώνας και μετατροπή της Οίτης σε μεταλλευτική ζώνη, δηλαδή σε μια δεύτερη Γκιώνα. Η δασοπροστασία δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε με επιφανειακές εξορύξεις που αποψιλώνουν τις δασικές περιοχές ούτε με υπόγειες εξορύξεις που αλλάζουν οριστικά τον υδροφόρο ορίζοντα και επηρεάζουν το έδαφος, το υπέδαφος και τα υπόγεια νερά του δασικού οικοσυστήματος.

Οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ πιστεύουμε ότι στην εποχή της κλιματικής και της οικονομικής κρίσης που διανύουμε επιβάλλεται η ορθή διαχείριση και η αξιοποίηση των δασικών πόρων, ώστε να επιτύχουμε ταυτόχρονα την προστασία τους και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Έτσι μόνο θα αναζωογονηθεί η ύπαιθρος και οι τοπικές κοινωνίες και θα εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των ορεινών όγκων του νομού μας.

Scroll to Top