sstamellos

sstamellos

«Λιγνιτομαχίας» συνέχεια. Κραυγές εναντίον Οικολόγ

«Λιγνιτομαχίας» συνέχεια.
Οι κραυγές εναντίον των Οικολόγων δε λύνουν το πρόβλημα

Εδώ και λίγο καιρό αναπτύσσεται ένας δημόσιος προβληματισμός για το ενεργειακό ζήτημα της χώρας. Αιχμή του δόρατος σΆ αυτό το διάλογο, που συχνά εξελίσσεται σε οξεία αντιπαράθεση, είναι ο λιγνίτης και το μέλλον του.
Τις τελευταίες μέρες μάλιστα η κατάσταση έχει «ξεφύγει», καθώς μερικοί από τους φανατικούς οπαδούς του λιγνίτη καταφεύγουν σε απειλές και πεζοδρομιακά συνθήματα, αντί να χρησιμοποιούν λογικά επιχειρήματα. Υποβιβάζουν έτσι το επίπεδο του πολιτικού μας πολιτισμού, αλλά και αμαυρώνουν τα δικά τους επιχειρήματα στα μάτια των σκεπτόμενων πολιτών.
Οι επιθέσεις και οι αιχμές έχουν συγκεκριμένη στόχευση: τον οικολογικό χώρο. Για άλλη μια φορά οι περιβαλλοντικές οργανώσεις και το οικολογικό κίνημα κατηγορούνται για «σκοτεινές επιδιώξεις», «αλλότρια κίνητρα» και διασύνδεση με «ξένα συμφέροντα» !! Ελαφρά τη καρδία, με έπαρση και αλαζονεία εξαπολύονται κατηγορίες εναντίον οργανώσεων που επί χρόνια κάνουν έναν μεγάλο και δύσκολο αγώνα για το περιβάλλον. Στοχοποιούνται και σπιλώνονται άνθρωποι και κινήματα, διότι υπερασπίζονται και προτείνουν ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγικής και κοινωνικής οργάνωσης, που στηρίζεται στην αειφορική διαχείριση των φυσικών πόρων, στην αξιοποίηση του ανανεώσιμου ενεργειακού δυναμικού της χώρας, στον εξανθρωπισμό των κοινωνικών σχέσεων.
Οι νέες ιδέες βέβαια, όπως οι οικολογικές, οφείλουν να δέχονται την κριτική. Είναι δεκτός και αναγκαίος κάθε πολιτισμένος και ψύχραιμος αντίλογος στις απόψεις και τις πρακτικές του οικολογικού χώρου. Δυστυχώς όμως αυτό είναι ψιλά γράμματα για εκείνους που σκέφτονται μόνο με συντεχνιακά και τοπικιστικά κριτήρια. Τελευταίο παράδειγμα οι συνδικαλιστές της ΕΕΤΕΜ οι οποίοι απειλούν την Υπουργό ΠΕΚΑ, τους οικολόγους και κάθε άλλο … ύποπτο. Το «κουτσαβάκικο» ύφος τους βέβαια χαρακτηρίζει πρωτίστως τους ίδιους.

Μια λοιπόν από τις συκοφαντίες που εκτοξεύονται εναντίον του οικολογικού χώρου είναι ότι επιδιώκει το άμεσο κλείσιμο των ορυχείων και των σταθμών της ΔΕΗ. Αυτό είναι ψέμα και δεν ειπώθηκε ποτέ. Εκείνο που προτείνεται είναι η σταδιακή απεξάρτηση από το λιγνίτη και η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων και των λιγνιτικών. Οι παλιές μονάδες πρέπει να κλείσουν και ορισμένες από αυτές να αντικατασταθούν με καινούριες αυστηρών περιβαλλοντικών προδιαγραφών, στα πλαίσια ενός μακροχρόνιου σχεδίου μείωσης της λιγνιτικής ισχύος και αύξησης των ανανεώσιμων πηγών (ΑΠΕ).
Όταν οι ίδιοι οι Οικολόγοι (η Green Peace, οι Οικολόγοι Πράσινοι κλπ) ζητούν νέες προδιαγραφές για τις καινούριες λιγνιτικές μονάδες (350 – 500 g CO2 / KWh), τότε πως κατηγορούνται ότι δεν θέλουν καμιά λιγνιτικη μονάδα ; Όταν το WWF σε σχετική του μελέτη προβλέπει συμμετοχή του λιγνίτη μέχρι και το 2050 (στο 16 %), τότε πως κατηγορείται ότι θέλει να εξαφανίσει το λιγνίτη αύριο ;
Από την άλλη, και ο πιο θερμόαιμος οπαδός του λιγνίτη θα πρέπει να καταλάβει ότι εφόσον σαν χώρα δεσμευτήκαμε να αυξήσουμε τις ΑΠΕ στο 20 % (από 3 % που είναι σήμερα) τότε – μας αρέσει δεν μας αρέσει – πρέπει να κόψουμε ένα μερίδιο από το 60 % του λιγνίτη. Απλά μαθηματικά.

Αν βέβαια από το σύνολο των αναγκαίων μέτρων οι οπαδοί του λιγνίτη ζητούν επιλεκτικά την εγκατάσταση μόνο νέων μονάδων, χωρίς σχέδιο συνολικής μείωσης των λιγνιτικών MW, είναι φυσικό να αντιδρούμε ως οικολόγοι. Είναι λογικό να λέμε ΟΧΙ στις νέες λιγνιτικές μονάδες, άνευ όρων και δεσμεύσεων και προπαντός, άνευ χρονοδιαγράμματος ταχείας απόσυρσης των παλιών μονάδων.

Το δεύτερο έωλο επιχείρημα του λιγνιτικού λόμπυ είναι ότι «το σύνολο των εκπομπών της ΔΕΗ είναι απειροελάχιστο σε σχέση με τις παγκόσμιες εκπομπές».
Πρόκειται για μια σύγκριση αντιεπιστημονική με στόχο την παραπλάνηση, διότι χρησιμοποιεί απόλυτα νούμερα και όχι ανά κάτοικο. Η ορθή όμως πρακτική και οι τίμιες συγκρίσεις λένε πως οι δείκτες αυτού του είδους υπολογίζονται κατά κεφαλή ή γενικότερα ανά μονάδα. Έτσι υπολογίζονται και συγκρίνονται οι εκπομπές CO2 της χώρας ανά κάτοικο ή η κατανάλωση ενέργειας ανά μονάδα του ΑΕΠ κλπ. Δεν μπορεί δηλαδή να λέμε πως επειδή εγώ είμαι ένας μέσα στα εκατομμύρια, δεν πειράζει αν συνεχίσω να πετάω τα σκουπίδια μου εδώ και εκεί, μιας και όλοι οι άλλοι παράγουν ΜΑΖΙ πολύ περισσότερα σκουπίδια !
Με βάση τα παραπάνω, οι Κινέζοι δεν είναι χειρότεροι από μας επειδή παράγουν 40 -50 φορές μεγαλύτερες ποσότητες άνθρακα, αλλά καλύτεροι, αφού στην Ελλάδα η παραγωγή λιγνίτη είναι 7 τόνοι ανά κάτοικο ενώ στην Κίνα μόνο 2,5 τόνοι ανά κάτοικο!
Η λογική λοιπόν της δικαιοσύνης λέει πως κάθε χώρα οφείλει να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που της αναλογεί. Σε κάθε περίπτωση κανείς δεν μπορεί να προτάσσει το προσωπικό, το τοπικό ή το κρατικό του συμφέρον μπροστά στην παγκόσμια απειλή που λέγεται υπερθέρμανση του πλανήτη και τις τεράστιες καταστροφές επί δικαίων και αδίκων. Κι ας μην ξεχνάμε η χώρα μας είχε ευνοϊκή μεταχείριση μέχρι τώρα, αφού της επιτράπηκε να αυξήσει τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου κατά 25 % από το 1990 μέχρι το 2012, με το επιχείρημα της «προσαρμογής» (που ποτέ δεν έγινε !).

Αν λοιπόν χρησιμοποιήσει κανείς τους ορθούς επιστημονικούς δείκτες, τότε θα διαπιστώσει ότι η ενεργειακή εικόνα της χώρας είναι κάκιστη από κάθε άποψη. Ούτε καν το ελαφρυντικό της «φτηνής ενέργειας» δεν ισχύει, αν συνυπολογίσουμε ΟΛΑ τα κόστη του λιγνίτη, συμπεριλαμβανομένου και του λεγόμενου εξωτερικού ή περιβαλλοντικού κόστους. Το πραγματικό λοιπόν κόστος της λιγνιτικής κιλοβατώρας (και όχι το πλασματικό) είναι υψηλότερο από εκείνο της αιολικής.
Όμως ο συμβατικός τρόπος κοστολόγησης που εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα, νομιμοποιεί τη λεηλασία των φυσικών πόρων και δεν θεσμοθετεί αντικίνητρα (κόστη) για την αειφορική διαχείριση τους. Αν όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη έδειχναν απέναντι στους φυσικούς πόρους τη συμπεριφορά του Έλληνα, τότε θα χρειαζόμασταν περίπου τρεις πλανήτες για να ζήσουμε !
Για να ανατραπεί λοιπόν αυτό το μοντέλο (το οποίο συν τοις άλλοις μας φορτώνει με ανάλογες οικονομικές συνέπειες και πρόστιμα), θα πρέπει να αλλάξουμε δραστικά τον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας. Θα πρέπει, με δυο λόγια, να κάνουμε μια ενεργειακή επανάσταση.

Ένα άλλο ζήτημα που έχει τοπική μόνο διάσταση είναι η μονοκαλλιέργεια του λιγνίτη. Είναι το γεγονός ότι η περιοχή μας, 60 χρόνια τώρα, έχει μάθει (κακομάθει) να ζει στη «θερμοκοιτίδα» της ΔΕΗ και δεν έχει αναπτύξει εναλλακτικές λύσεις για τη «μεταλιγνιτικη περίοδο», παρά μόνο παχιά συνθήματα.
Η ΔΕΗ στην περιοχή λειτουργούσε, και μάλλον θα συνεχίσει να λειτουργεί, σαν ένα τεράστιο δένδρο που σκεπάζει με τη σκιά του τα πάντα, με συνέπεια να μην ευδοκιμεί τίποτα άλλο. Βέβαιος είναι πλέον είναι ο φόβος πως σε λίγα χρόνια, όταν το δένδρο θα εξαντλήσει όλους τους πόρους της περιοχής, θα κλείσει τον κύκλο του, αφήνοντας πίσω του κρανίου τόπο.
Προς επίρρωσιν των παραπάνω σημειώνεται ότι τα – πάλαι ποτέ- πλούσια υδατικά αποθέματα της περιοχής οδηγούνται στην πλήρη καταστροφή, με τις συνέπειες να τις υφίστανται οι αγρότες και γενικότερα ο τοπικός πληθυσμός. Επίσης θα περάσουν πολλά χρόνια ώστε το έδαφος στα εξαντλημένα ορυχεία και τις αποθέσεις να ξαναποκτήσει την παλιά του ευφορία. Οι εργασίες αποκατάστασης είναι δύσκολο να ξεπεράσουν τα μεγάλα εμπόδια, όπως είναι το ανώμαλο ανάγλυφο, οι έντονες κλίσεις, τα φαινόμενα διάβρωσης και η καταστροφή της υπόγειας υδροφορίας. Χωρίς φυσικούς πόρους λοιπόν δύσκολα θα βγει από το «τούνελ» η λεκάνη Κοζάνης Πτολεμαΐδας και ακόμη πιο δύσκολα θα συγκρατήσει τον παραγωγικό πληθυσμό, που θα αναζητήσει διεξόδους σε άλλες περιοχές.

Πιστεύουμε λοιπόν πως χρειαζόμαστε για το ΑΜΕΣΟ μέλλον ένα άλλο όραμα. Μια οικολογική αναπτυξιακή προοπτική που να στηρίζεται σε επενδύσεις κατασκευής πράσινου ενεργειακού εξοπλισμού, σε έργα ανάταξης και αποκατάστασης του κατεστραμμένου φυσικού κεφαλαίου (νερά – εδάφη – δάση), σε καινοτόμες παραγωγικές δράσεις. Η προοπτική αυτή είναι εφικτή, αλλά χρειάζεται πολιτική βούληση, αναπροσανατολισμό της κοινωνίας και σκληρή δουλειά. Το δρόμο τον έχουν δείξει πολλές Ευρωπαϊκές χώρες που προέβλεψαν πιο έγκαιρα τα αδιέξοδα που βιώνουμε εμείς σήμερα και τα ξεπέρασαν.
Σε αυτόν τον αγώνα κανείς δεν περισσεύει. Το μόνο που δεν χρειαζόμαστε είναι οι απειλές και οι προκλήσεις εναντίον όσων αναπτύσσουν έναν νέο τρόπο σκέψης.

ΤΠΚ Οικολόγων Πράσινων Κοζάνης

Πληροφορίες : Ιωαννίδης Λευτέρης
Τσικριτζής Λάζαρος

Scroll to Top