sstamellos

sstamellos

Η Οικολογία και πάλι παρούσα, το Οικολογικό Φόρουμ

Η "οικολογία" και πάλι παρούσα
Το Οικολογικό Φόρουμ να γίνει το κοινό μας σπίτι

του Μιχάλη Τρεμόπουλου

Το οικολογικό κίνημα στη δεκαετία του ’80, αποτελώντας ένα νέο κοινωνικό κίνημα με ανολοκλήρωτη ακόμη τη φυσιογνωμία του, υποστήριζε ότι δεν ανήκει ούτε στη Δεξιά ούτε στην Αριστερά. Σ’ αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι ήδη ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε αποδειχτεί πως ήταν ανύπαρκτος και είχε πάψει να τροφοδοτεί τα κοινωνικά οράματα και τους αγώνες των λαών.
Παρόλα αυτά όμως, είναι σίγουρο ότι το οικολογικό κίνημα έχει ν’ αξιοποιήσει τις αγωνιστικές εμπειρίες και τις ιδεολογικές κατακτήσεις ολόκληρου του κινήματος της ανθρώπινης χειραφέτησης. Αλλά και η ίδια η επιθυμία του για μια κοινωνία πιο δίκαιη, με περισσότερη συλλογικότητα, επικοινωνία και δημιουργικότητα, χωρίς αυταρχισμό και ιεραρχίες, τέμνεται σαφώς με τα πιο αντιεξουσιαστικά σοσιαλιστικά οράματα.
Δεν αρκεί, λοιπόν, σήμερα μια απλή αναφορά στην Οικολογία, ακόμη και με κάποιον επιθετικό προσδιορισμό («πολιτική», «κοινωνική», «ελευθεριακή», «ριζοσπαστική», «αριστερή», «σοσιαλιστική», «ανατρεπτική», «εναλλακτική» κτλ.) για να αντιληφθεί κανείς το στίγμα αυτού που την επικαλείται. Χρειάζεται να εμβαθύνεις το διάλογο, που ελάχιστα έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια, για να κατανοήσεις το πραγματικό πολιτικό του στίγμα.
Δεν αρκεί, επίσης, να επιτίθεται κανείς λαύρος στην αυταρχική και δογματική παράδοση της Αριστεράς ή στο μπαμπούλα της Δεξιάς, επισείοντας τη σημαία της Οικολογίας, για να θεωρηθεί «οικολόγος». Χρειάζεται να ξεκαθαρίσεις τι εννοεί ως «αριστερά» σήμερα, πόσο έχει ξεκόψει από τις ξεπερασμένες προσεγγίσεις και τις αρνητικές πρακτικές του κομμουνιστικού κινήματος, πόσο συνδέει μια νέα συνείδηση των σχέσεων ανθρώπου-φύσης με τις κατακτήσεις των κινημάτων την κοινωνικής χειραφέτησης, πόσο χρησιμοποιεί την Οικολογία ως σημαία ευκαιρίας, πόσο έχει μετασχηματίσει την οικολογική κριτική σε τρόπο ζωής και συμπεριφοράς, πόσο κατανοεί το μέγεθος της οικολογικής κρίσης, πόσο αμφισβητεί τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας, πόσο συνδέει την περιβαλλοντική καταστροφή με τον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης, πόσο προτιμά τη δουλειά του μυρμηγκιού απ’ το θόρυβο του άδειου τενεκέ, πόσο προωθεί το κίνημα σε σχέση με την προσωπική του ανέλιξη, πόσο έλκεται από τα παιχνίδια της κεντρικής πολιτικής σκηνής, πόσο αναπτύσσει την τοπική και εντοπισμένη θεματικά δράση.
Σήμερα, 25 χρόνια μετά την εισαγωγή της έννοιας της «Οικολογίας» στη χώρα μας, είναι λοιπόν σαφές ότι δεν αρκεί να δηλώνεις «οικολόγος», όπως δεν αρκεί να δηλώνεις και «αριστερός». Κανένα πρόβλημα δεν λύνουν οι επιθετικοί προσδιορισμοί, μια και μένουν μετέωρα μια σειρά σοβαρά ερωτήματα.
Γι΄ αυτό και στη Διακήρυξη του Οικολογικού Φόρουμ κάναμε μια προσπάθεια επιγραμματικής αλλά ουσιαστικής και συνθετικής καταγραφής της "δικής μας οικολογίας".

Να διαλέξουμε τώρα!

Έχουμε περάσει – όπως λέει ο Ε. Μορέν – από την αποκαλυπτική στη «δαμόκλειο» εποχή. Η καταστροφή του πλανήτη και η γενικευμένη απειλή του θανάτου επικρέμεται πάνω μας όχι μόνο λόγω του πυρηνικού οπλοστασίου -που εξακολουθεί να υφίσταται και έχει μάλιστα «αποκεντρωθεί» περιφερειακά- αλλά και από τη μετάλλαξη της ζωής, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, την τρύπα του όζοντος, την αποδάσωση, την ερημοποίηση, τη ρύπανση, την πείνα, την ίδια τη σεξουαλική επαφή, την έξαρση των εθνικισμών, τη συντριβή του ψυχισμού και της αλληλεγγύης των ανθρώπων.
Δεν πρόκειται για μια οικολογική τρομολαγνεία. Ούτε για τα ιδεολογήματα κάποιου «οικοπρολεταριάτου», που ως άλλη, σύγχρονη «τελευταία τάξη της ιστορίας» κατέχει τη μόνη αληθινή θεωρία, που οι υπόλοιποι πρέπει να σεβαστούν. Πρόκειται για την ίδια μας την επιβίωση. Και όποιοι δεν το κατανοούν βαθιά, αρπάζονται απλά από τις σανίδες της πολιτικής επιβίωσης και υιοθετούν μόνον επιφανειακά το οικολογικό προφίλ.
Στο μέσο πολίτη αλλά και στη συνείδηση πολλών πολιτικοποιημένων -ακόμη και του οικολογικού χώρου- η οικολογία εξακολουθεί να ταυτίζεται με την περιβαλλοντική ευαισθησία. Εύκολα λοιπόν θα κατανοούσαν την προσπάθεια ενός "οικολόγου" να επηρεάσει την κυβερνητική πολιτική, παραβλέποντας ότι από το «πρασίνισμα» των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μέχρι την κοινωνική οικολογία, τα προβλήματα επιδέχονται περισσότερες από μία «λύσεις». Και ότι για να διαπιστώσεις την ποιότητά τους και να τις υποστηρίξεις δεν έχεις να επιλέξεις μόνο μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, οικολόγων και περιβαλλοντιστών, ριζοσπαστών και εκσυγχρονιστών, οπαδών του συλλογικού σχεδιασμού και της ελεύθερης αγοράς, του καλού και του κακού.
Σήμερα, έχεις να διαλέξεις και ανάμεσα στην αυτονομία και τον συγκεντρωτισμό, τον αυτοκαθορισμό και τον ετεροκαθορισμό, το συλλογικό και το μαζικό, τη δημοκρατία και τον αυταρχισμό, το μικρό και το μεγάλο, την αποκέντρωση και τη γραφειοκρατία, την αποδοχή της διαφοράς και την ομογενοποίηση, την πολυδιάσταση και την εξειδίκευση, την αυτόνομη δημιουργία και την τυποποίηση, την εναλλακτική τεχνολογία και τον τεχνοκρατισμό, την αποστρατικοποίηση και το μιλιταρισμό, τη συνεννόηση και τον εθνικισμό.
Σήμερα, όποιος αρνείται τη λατρεία της παραγωγής, την αρχή της ατέλειωτης προόδου, την ανάπτυξη που σκοτώνει, την κυριαρχία στη φύση, την κατευθυνόμενη κατανάλωση, τη λεηλασία της γης, την απολυταρχία της αγοράς και την κοινωνία του κέρδους, την πυρηνική απειλή, τον εκφασισμό της κοινωνικής ζωής, την κυριαρχία των ειδικών, το κουρέλιασμα των ανθρώπινων συνειδήσεων, δεν μπορεί παρά να είναι αντίθετος στην μεγιστοποίηση, τη συγκέντρωση, τον επιστημονισμό, την τεχνοκρατία, τον καταναλωτισμό, το μιλιταρισμό, τον κρατισμό, την κυριαρχία.
Σήμερα οι λύσεις δεν μπορεί να είναι απλά φιλοπεριβαλλοντικές. Πρέπει να συνδυάζουν την αγωνία «να σώσουμε λίγο απ΄ το αύριο που μας κλέβουν» εδώ και τώρα, με την αμφισβήτηση των ίδιων των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών, πολιτισμικών αιτίων, που δημιουργούν και αναπαράγουν την απειλή καθολικής κατάρρευσης. Πρέπει να αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα του επαναπροσδιορισμού των αναγκών μας και του τρόπου ζωής μας, παράλληλα με την προώθηση ριζικών, δομικών αλλαγών στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς. Πρέπει να αμφισβητούν έμπρακτα την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, του διευθυντή πάνω στο διευθυνόμενο, του εργοδότη πάνω στον εργαζόμενο, του άνδρα πάνω στη γυναίκα, των αναπτυγμένων και υπό ανάπτυξη χωρών πάνω στον "Τρίτο" κόσμο, την πλειοψηφίας πάνω στις μειοψηφίες, των κρατών πάνω στις μειονότητες, της «κανονικότητας» πάνω στις ιδιαιτερότητες, του φυσιολογικού πάνω στο «αποκλίνον».
Αυτή είναι η δική μας οικολογία.

«Μ’ ένα όνειρο τρελό….»

Το οικολογικό κίνημα θα μπορούσε να αξιοποιήσει όλη αυτήν τη ριζοσπαστική οικολογική προβληματική και να τη συνδυάσει με τις θετικές προσεγγίσεις και εμπειρίες του κινήματος της ανθρώπινης χειραφέτησης. Στη συνείδηση των πρωτεργατών του όφειλε να ξεπεράσει τον παραδοσιακό διαχωρισμό κοινωνικού και πολιτικού, κόμματος – μάζας, διευθυντών – εκτελεστών, θεσμικών – αντιθεσμικών, επανάστασης – μεταρρύθμισης, κέντρου – περιφέρειας.
Όμως η έλλειψη πολιτικής κουλτούρας και ωριμότητας στον οικολογικό χώρο ήταν και ο βασικός λόγος της διάλυσης της Ομοσπονδίας των Οικολόγων Εναλλακτικών, της κορυφαίας ομοσπονδιακής προσπάθειας του οικολογικού κινήματος στη χώρα μας (1989-91). Η περιορισμένη πολιτική εμπειρία, που μπορεί να αποδοθεί και στη μη ύπαρξη αναπτυγμένου κοινωνικού κινήματος σε συνδυασμό με την αμφισβητούμενη οικολογική κουλτούρα του σχήματος, δεν επέτρεψαν στους Οικολόγους Εναλλακτικούς να συνθέσουν έναν κοινό φερέγγυο λόγο, να φέρουμε δηλαδή όντως το νέο στην πολιτική σκηνή, να ξεφύγουμε πραγματικά -πέρα από τις διακηρύξεις- από τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης και δράσης, να αποφύγουμε φαινόμενα καριερισμού, προσωπικής ανέλιξης, οργανωτικής χειραγώγησης, ιδεολογικού καπελώματος, γραφειοκρατίας. Δυστυχώς η αντίθεσή μας στους επαγγελματίες πολιτικούς και η προώθηση της κοινωνίας των πολιτών ταυτίστηκε με τον χειροτεχνισμό, την πλαδαρότητα, την απολίτικη αντιπαράθεση, τη δημοκρατία του αλφαβήτου. Η προώθηση της ¶μεσης Δημοκρατίας εκφυλίστηκε σε καρικατούρα της εναλλαγής, σε γελοιοποίηση της ανακλητότητας, σε προώθηση ατάλαντων φιλοδοξιών, σε φυτώριο παραγοντίσκων.
Η κριτική στην ιστορία μας όμως θα πρέπει να είναι αυστηρή αλλά όχι άδικη και στόχο δεν πρέπει να έχει την εκ των υστέρων δικαίωση κάποιων απόψεων αλλά την αποφυγή επανάληψης των ίδιων αρνητικών φαινομένων. Δεν έχουμε ανάγκη από ενδοσκόπηση αλλά από έναν κινηματικό απολογισμό, που θα μας εκτινάξει σε μια φυγή προς το μέλλον. Οι ανταγωνιστικές αξίες θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους στο συνεργατικό πνεύμα και η διάθεση επικυριαρχίας να αντικατασταθεί από μια ειλικρινή προσπάθεια σύνθεσης των κοινών σημείων όσων δέχονται την προτεραιότητα της οικολογίας. Τα φαινόμενα οικο-αυταρέσκειας θα πρέπει να εξελιχθούν σε αγωνιστική αλλά πειθαρχημένη αυτοπεποίθηση, ο αυτοκαταστροφικός ισοπεδωτισμός σε γενναιόψυχη ανάδειξη των δυνατοτήτων του καθένα και της καθεμιάς και η δαιμονολογία σε σεβασμό του δημοκρατικού παιχνιδιού και της άλλης άποψης.
Οι αντιθέσεις που έχουν εκφραστεί στον οικολογικό χώρο θα πρέπει να ξεπεραστούν, όχι με έναν ηθικολογικό τρόπο αλλά με μια πολιτική φυγή προς τα εμπρός, μια και τις περισσότερες φορές δεν εντοπίζονται σε ιδεολογική και προγραμματική βάση αλλά σε επίπεδο πολιτικής συμπεριφοράς. Κάποια από τα προβλήματα ίσως είναι όντως σοβαρά, ιδιαίτερα τα λεγόμενα "ηθικής τάξης", αλλά θα πρέπει να αναζητηθούν πολιτικοί και όχι ηθικολογικοί τρόποι ξεπεράσματός τους.

Με ποιους συμμάχους;

Η έλλειψη συγκροτημένου οικολογικού πόλου στη χώρα μας είναι αυτή που επέτρεψε να αναπτυχθούν αποκλίνουσες πολιτικές συμπεριφορές και τάσεις, που διατηρούν μια -θολή μερικές φορές- ανάμνηση της περιβαλλοντικής ευαισθησίας αλλά κυρίως επικεντρώνουν στα άλλα χαρακτηριστικά των πολιτικών σχημάτων που εντάσσονται ή φλερτάρουν. Προφανώς υπάρχουν και περιπτώσεις που προσπαθούν να εξαργυρώσουν τις όποιες οικολογικές περγαμηνές. Δε θα πρέπει όμως να αντιμετωπίζονται ως ηθικές παρεκκλίσεις αλλά με πολιτικά επιχειρήματα, που εστιάζουν στο ανέφικτο του συνολικού πρασινίσματος είτε της κυβερνητικής πολιτικής είτε σχημάτων της Αριστεράς.
¶λλο βέβαια είναι το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών του οικολογικού χώρου, που για να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα δεν θα πρέπει να προκύπτουν ως απότοκα προσωπικών στρατηγικών αλλά ως δημοκρατική κορύφωση των κινηματικών διαδικασιών. Για να υπάρχει όμως αξιόπιστο κίνημα θα πρέπει να δημιουργήσουμε το κοινό μας σπίτι. Μόνο τότε θα διευκολυνθεί ουσιαστικά και η ανάδειξη των οικολογικών χαρακτηριστικών σε άλλους πολιτικούς χώρους, η ισχυροποίηση στο εσωτερικό τους των ατόμων που τα στηρίζουν πραγματικά ή ακόμη και η μετεξέλιξη των φορέων σε πιο συγγενικά με τις οικολογικές ιδέες σχήματα. Η ισχυρή αυτόνομη παρουσία του οικολογικού πόλου, σε αντίθεση με την πρακτική της από τα μέσα οικολογικοποίησης των κομμάτων, έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι συμβάλλει καθοριστικά στην υιοθέτηση από μέρους τους οικολογικών θέσεων και τελικά κάνει ακόμη πιο πρόσφορη και την ίδια την προοπτική της όποιας συνεργασίας μαζί τους σε πολιτικό επίπεδο.
Μένει λοιπόν να επεξεργαστούμε τη στρατηγική και την τακτική του οικολογικού χώρου, αφού επιδιώξουμε μέσα από το διάλογο σε βάθος τη διαμόρφωση κοινού τρόπου σκέψης. Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα προς κοινή επεξεργασία είναι και η αναζήτηση του πολιτικού υποκειμένου της οικολογίας, το σε ποιους απευθυνόμαστε και ποια "συμφέροντα" -με την ευρεία έννοια- εκφράζουμε. Είναι γνωστό πως, όταν δεν ξέρεις που πάς, όλα τα βήματα είναι σωστά.
Γι΄ αυτό και η σημερινή κατάσταση του οργανωμένου οικολογικού χώρου είναι πλήρως αναντίστοιχη με την έκταση αλλά και την κατανόηση της οικολογικής κρίσης από τους πολίτες. Υπάρχει πια μια διαδεδομένη περιβαλλοντική ευαισθησία, που και αυτή όμως δεν έχει αποκρυσταλλωθεί ικανοποιητικά σε βίωμα και τρόπο ζωής. Γι΄ αυτό και πρέπει να ενισχύσουμε αυτή τη διαδικασία, δίνοντας έμφαση και στην πολιτική μας συγκρότηση αλλά και στο προσωπικό μας παράδειγμα. Φτιάχνουμε τους καιρούς μας και δεν περιμένουμε μαγικές λύσεις από τα πάνω, διευκολύνουμε εδώ και τώρα τη ζωή και υπερασπιζόμαστε την ποιότητά της σε επίπεδο κοινωνίας και φύσης.
Βέβαια, ένα σημαντικό σημείο τριβής, που έχει πολυδιασπάσει και την Αριστερά, είναι το δίλημμα ανάμεσα στην επανάσταση και τη μεταρρύθμιση, ανάμεσα στην υποστήριξη των ριζοσπαστικών λύσεων και τις μικρές διορθωτικές αλλαγές. Πιστεύουμε ότι η Διακήρυξη του Οικολογικού Φόρουμ το αντιμετωπίζει με έναν ικανοποιητικό τρόπο: μένουμε αμετακίνητοι στη διατύπωση του οράματός μας αλλά επιδιώκουμε και εκείνες τις δομικές αλλαγές, που θα επιτρέψουν σημαντικές εξελίξεις. Πάνω απ’ όλα όμως επιδιώκουμε την ανάπτυξη του κινήματος και την υιοθέτηση οικολογικών αξιών και εναλλακτικών λύσεων από τους ίδιους τους πολίτες.
Υπάρχει ανάγκη, λοιπόν, το οικολογικό κίνημα να συνδεθεί με συγκεκριμένους κοινωνικούς χώρους, να δημιουργήσει και να στηρίξει στην πράξη πρωτοποριακές συλλογικές πρωτοβουλίες, χρειάζεται να εμπνεύσει νέους ανθρώπους, να μετασχηματίσει τη συμπάθεια σε δρώσα κοινωνική δύναμη. Για να υπάρχει όμως διάρκεια, σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα στο εγχείρημα, εκτός από τη συμμετοχή, θα πρέπει να εξασφαλιστεί και ο ειλικρινής σεβασμός των προσώπων, που πρέπει να εμπνέονται και όχι να αποθαρρύνονται.

Πόλη, πολίτης, πολιτική

Με τα δεδομένα αυτά, επιβάλλεται πάραυτα η ανάδυση μας στο κοινωνικό έδαφος. Μόνη διέξοδος η άμεση οικολογική δράση, η συνεργασία πάνω σε συγκεκριμένα προβλήματα περιβάλλοντος, ποιότητας ζωής, πολιτισμού, παιδείας, εργασίας, γυναικείας χειραφέτησης, δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, η συνάντηση πάνω στο ζωντανό έδαφος των αυτόνομων πρωτοβουλιών, την αυτοδιαχειριστικών παραγωγικών προσπαθειών, των δημοτικών και νομαρχιακών κινήσεων με ευρύτατη κοινωνική απεύθυνση. Το υποδειγματικό κίνημα που αναπτύχθηκε γύρω από το άρθρο 24 αναθέρμανε τις ελπίδες και έκανε σε πολλούς/ές φανερή την ανάγκη αναβάθμισης του αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος σε ένα πολιτικό επίπεδο.
Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη ενός δυναμικού και πολύχρωμου διεθνούς κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου, οι διεθνείς ευρηματικές και συνάμα μαζικές διαμαρτυρίες στο Σιάτλ, την Πράγα, το Πόρτο Αλέγκρε κτλ και στις 22 Ιουλίου στη Γένοβα, που θέτουν στο επίκεντρο τα βασικά αίτια της οικολογικής κρίσης και της άνισης κατανομής του πλούτου, προσφέρουν ευρείες δυνατότητες για διάδοση των ριζοσπαστικών οικολογικών ιδεών.
Οι δύσκολοι καιροί φαίνεται να μένουν πίσω μας. Μετά από μια δεκαετία πολιτικής αναξιοπιστίας του οικολογικού χώρου αλλά σημαντικής διάδοσης της περιβαλλοντικής ευαισθησίας οφείλουμε να ανασυνταχθούμε. Αν και πάλι δε γίνει τίποτα σοβαρό και εξακολουθούμε να παρακολουθούμε απαθείς την εξουδετέρωση της οικολογικής ελπίδας, ίσως να μη χαθεί μόνον άλλη μια γενιά για το οικολογικό κίνημα αλλά και κάτι πολύ σοβαρότερο. Οφείλουμε λοιπόν να ξαναπροσπαθήσουμε να αντισταθούμε και να ενεργοποιήσουμε όσους περισσότερους πολίτες μπορούμε.

Μιλάμε για πολίτες και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο πολίτης βρίσκεται στον αντίποδα της μάζας. Και η μαζοποίηση είναι αρρώστια της εποχής μας, μια διαδικασία κοινωνικής αποσύνθεσης, που αποδιαρθρώνει και καταστέλλει την κοινωνία των πολιτών, στην πιο αγνή και συλλογική της έκφραση.
«Στην ελληνική όπως και στη ρωμαϊκή αρχαιότητα – λέει ο Καντόροβιτς – ο όρος «πατρίς» ή «patria» αναφερόταν κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στην πόλη. Μόνον οι βάρβαροι έπαιρναν το όνομά τους, όπως οι σύγχρονοι υπήκοοι, από τη χώρα τους και μόνον οι βάρβαροι ήταν «πατριώται», ενώ οι Έλληνες ήταν περήφανοι, επειδή ήταν «πολίται», μέλη της πόλης».
Αυτή είναι και η εναλλακτική κοινωνική και πολιτική προοπτική. Στην εποχή της γενικευμένης σύγχυσης, του θρυμματισμού των αξιών και των ιδεολογιών, της αποκαθήλωσης των παλιών οραμάτων, της υποτίμησης κάθε έννοιας συλλογικότηταας και κοινής δράσης των ανθρώπων, της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης, του εθνικισμού και του τοπικισμού, του καταναλωτισμού και της τηλε-αποβλάκωσης, της ανάδειξης νέων πτωχών και της εξαθλίωσης του Τρίτου Κόσμου, της υποβάθμισης της φύσης, της ζωής και της αξιοπρέπειας, της δολοφονίας του έρωτα, των πραγματικών ανθρώπινων αναγκών και της ευτυχίας, οφείλουμε να προτάξουμε ένα νέο ουτοπικό όραμα.
Δεν αρνούμαστε τις μικρές καθημερινές αλλαγές. Χρειάζεται όμως να ελπίσουμε και πάλι ότι μπορούμε ν’ αλλάξουμε ολόκληρη την κυριαρχική δομή της κοινωνίας -όπως έχει αναλύσει ο Μπούκτσιν και άλλοι- που παράγει την καταστροφή. Να μπορούμε να ζούμε σε ισορροπία με τη φύση, ακριβώς επειδή θα ζούμε αρμονικά μεταξύ μας. Να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε μόνο για το κέρδος. Να ξαναφτιάξουμε τις πόλεις μας, ν’ αναζητήσουμε νέες λύσεις και τεχνολογίες, λιγότερο βλαβερές, να δημιουργήσουμε νέους θεσμούς…
Έτσι οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τις σχέσεις, τη ζωή και τη δράση μας, όπως λέγαμε και το 1986: «Αντιπαλότητα της Αυτοδιεύθυνσης με το κράτος, νέα συνείδηση των όρων της ύπαρξής μας, άμεση δημοκρατία, παράλληλη κοινωνία, άμεση δράση. Δηλαδή αυθεντική πολιτική, που ν’ ασκείται σε πρώτο πρόσωπο, προσανατολισμένη σε αποκεντρωμένους λαϊκούς θεσμούς… Έτσι φανταζόμαστε την Αυτοδιεύθυνση, αυτή είναι η κοινωνία των πολιτών..»
Με αυτό το πνεύμα θα πρέπει να μεθοδεύσουμε τις παρεμβάσεις μας στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές του 2002, επικεντρώνοντας στα ζητήματα της πόλης και των κινημάτων της, αναβαθμίζοντας τα μέτωπα που έχουν δημιουργηθεί και αναζητώντας συνεργασίες που θέτουν επίσης στο επίκεντρο την οικολογία και την ποιότητα ζωής και όχι τις σκοπιμότητες της πολιτικής σκηνής.
Αυτό είναι το φάρμακο στην αρρώστια της πολιτικής των συμφερόντων, της επανάπαυσης και της καταστροφής. Ή, τουλάχιστον, αυτό διαθέτουμε…

Scroll to Top