sstamellos

sstamellos

Η κατασκευή γηπέδων γκολφ επιβαρύνει το περιβάλλον

«Με την κατασκευή γηπέδων γκολφ δεν επιβαρύνεται το περιβάλλον, όπως υποστηρίζουν οικολογικές οργανώσεις, αλλά αντίθετα προστατεύεται …»

Μ’ αυτή τη δήλωση κατέληγε το δημοσίευμα «Διεθνές τουρνουά γκολφ τον Ιούνιο στη Χερσόνησο» (ΠΑΤΡΙΣ 24/5/2006). Το παρακάτω σχόλιο αποπειράται μια σύντομη απάντηση.

Η κατασκευή γηπέδων γκολφ επιβαρύνει το περιβάλλον σοβαρά, ανάλογα πάντα με την ευαισθησία της περιοχής και τις επικρατούσες κλιματικές και γενικότερες συνθήκες. Αυτό δεν το υποστηρίζουν μόνο οι οικολογικές οργανώσεις αλλά κυρίως πλήθος επιστημονικών και άλλων μελετών από έγκριτες διεθνείς επιστημονικές και άλλες οργανώσεις (Ηνωμένα Έθνη (UNESCO, UNEP), FAO, ILO, Worldwatch Institute, NRDC, AGNET, Coastal Guide, TWN, WWF, Greenpeace, κ.ά.). Aλλωστε οι οικολογικές οργανώσεις, ας μην τις δαιμονοποιούμε, δεν φαντάζονται αυτά που υποστηρίζουν αλλά τα πληροφορούνται από επιστημονικές πηγές, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος άλλωστε.

Κυρίως όμως, αν τα γήπεδα γκολφ δεν ήταν περιβαλλοντικά επισφαλή, δεν θα είχαν δημιουργήσει όλες οι μεγάλες Ομοσπονδίες Γκολφ όπως η PGA και η USGA ειδικά Τμήματα Περιβάλλοντος (Committed to Green, USGA Environmental Program). Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο με γήπεδα ποδοσφαίρου, τέννις, κ.λπ.

Οι απαιτήσεις σε νερό των γηπέδων γκολφ παραμένουν η «καυτή πατάτα» αυτών των επενδύσεων κατά τον χαρακτηρισμό διεθνών αναλυτών οι οποίοι αναφέρονται και σε περιοχές με αφθονία νερού σε σχέση με τη Μεσόγειο. Aλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι το άθλημα ξεκίνησε από τις υγρές παραλίες της Ολλανδίας και της Σκωτίας και μετανάστευσε σε ομοίως υγρές περιοχές των ΗΠΑ. Τεχνικές λύσεις (αφαλάτωση, ανακύκλωση, κ.λπ.) είναι οικονομικά ασύμφορες, τεχνικά αβέβαιες και περιβαλλοντικά επισφαλείς, ιδιαίτερα στην τρέχουσα περίοδο της νέας και σοβαρότερης ενεργειακής κρίσης (που θα πλήξει σοβαρά τον τουρισμό γενικότερα). Ας σημειωθεί ότι η πλειονότητα των γηπέδων γκολφ στον Μεσογειακό Νότο (και η Ελλάδα δεν είναι εξαίρεση) συχνά χρησιμοποιεί πόσιμο νερό το οποίο απαγορεύεται σύμφωνα με τη νομοθεσία να διατίθεται για άλλες χρήσεις. Επίσης, πολλές γεωτρήσεις είναι παράνομες και έχουν θέσει σε υψηλό κίνδυνο τους ήδη βεβαρυμένους υπόγειους υδροφορείς. Η Κοινοτική Οδηγία για το Νερό του 2000 απαιτεί την εκπόνηση Μελετών Διαχείρισης Υδατικών Πόρων και την σύσταση αντίστοιχων φορέων ανά υδατικό διαμέρισμα. Η Ισπανία όπως και η Ελλάδα ακόμα δεν έχουν συμμορφωθεί προς αυτή την υποχρέωση και έχουν λάβει σοβαρή προειδοποίηση από την ΕΕ εδώ και 8 μήνες περίπου.

Το πολύ ευαίσθητο έδαφος (και δυσεύρετο) έδαφος, όπως και το ανάγλυφο γενικότερα, του Μεσογειακού Νότου υφίσταται ομοίως σημαντικές πιέσεις λόγω των σημαντικών επεμβάσεων που εκτελούνται για την κατασκευή των γηπέδων (ακόμα και τύπου «ερήμου») και ιδιαίτερα στις περιοχές υψηλού κινδύνου ερημοποίησης όπως οι νότιες περιοχές της Ελλάδας και των νησιών. Το Εθνικό Σχέδιο για την Καταπολέμηση της Ερημοποίησης (νόμος του κράτους από το 2001) συμβουλεύει ελάχιστες ή καθόλου επεμβάσεις σ’ αυτές τις περιοχές, οι περισσότερες από τις οποίες άλλωστε είναι περιοχές NATURA 2000.

Τα κάθε φύσης αγρο-χημικά τα οποία χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση των χλοοταπήτων, τα οποία κανείς δεν ξέρει ακριβώς αν επιτρέπονται ή όχι, ενέχουν σοβαρούς κινδύνους ρύπανσης των υδροφορέων, της ατμόσφαιρας και του εδάφους. Η χρήση μεταλλαγμένων γρασιδιών εκθέτει σε επιμόλυνση τις γειτονικές περιοχές, ιδιαίτερα δε τις γεωργικές (Έκθεση της EPA και της Royal Society της Μ. Βρετανίας).

Τα παραπάνω αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη η σοβαρή κλιματική μεταβολή η οποία απειλεί ιδιαίτερα τη Μεσόγειο και την Ελλάδα «παρά τις άριστες κλιματολογικές συνθήκες» όπως αναφέρει το δημοσίευμα σας. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ επ’ αυτού. Καθημερινά ο Ελληνικός και διεθνής τύπος δημοσιεύει αναφορές και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει πλήθος εκθέσεων και σχετικών κανονισμών (π.χ. JRC 2005). Η απειλή της παρατεταμένης ξηρασίας είναι πραγματικότητα τα τελευταία δύο χρόνια στη Νότια Ισπανία και Πορτογαλία όπου δυστυχώς ο αριθμός των προτεινόμενων γηπέδων βαίνει αυξανόμενος παρά τις δυσπραγίες που υφίστανται ήδη οι περιοχές υποδοχής τους. Για τη χώρα μας θα έπρεπε να αποτελέσουν παραδείγματα προς αποφυγήν, όπως και η Μαγιόρκα που αναφέρει το δημοσίευμα. Πέραν του ισχυρού ανταγωνισμού που δημιουργούν αλλά και που υφίστανται ως προς την προσέλκυση τουριστών και μόνιμων κατοίκων (συνταξιούχοι του Βορρά), οι περιοχές αυτές δεν είναι αυτάρκεις μια που εισάγουν νερό, τροφή, διαρκή και καταναλωτικά αγαθά και εργατικό δυναμικό.

Τέλος, η σοβαρότητα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των γηπέδων γκολφ, όπως και άλλων παρόμοιων εγκαταστάσεων, μεγενθύνεται από την έλλειψη αποτελεσματικών δομών και μηχανισμών ελέγχου και παρακολούθησης της ποιότητας του περιβάλλοντος όπως και γενικότερου σχεδιασμού της χρήσης των πόρων σε συνάρτηση με αναπτυξιακές κατευθύνσεις που εξασφαλίζουν την αειφορία στο διηνεκές. Η Ελλάδα έχει πολλές δυνατότητες με τους φυσικούς και πολιτισμικούς πόρους που διαθέτει να το πετύχει αλλά στερείται, κατά γενική ομολογία, της απαιτούμενης πολιτικής βούλησης εδώ και δεκαετίες. Το αποτέλεσμα είναι να μην έχει κατορθώσει μετά από 25 χρόνια γενναίων κοινοτικών χρηματοδοτήσεων να αποκτήσει παραγωγικές δομές για αειφόρο ανάπτυξη αλλά αντίθετα να παραμένει μια καταναλώτρια χώρα μόνιμα εξαρτημένη από έξωθεν ιδέες και στήριξη. Το ζήτημα της ανάπτυξης θερέτρων γκολφ χρήζει ιδιαίτερης μελέτης με κριτήρια οικονομικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά προς όφελος των Ελλήνων επενδυτών και απλών πολιτών.

Ελένη Καπετανάκη-Μπριασούλη, Καθηγήτρια
Τμήμα Γεωγραφίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Μυτιλήνη

Scroll to Top